ΜΕΓΑΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
ΜΕΡΟΣ Β΄
1. ΣΟΣΤΑΚΟΒΙΤΣ, ΝΤΙΜΙΤΡΙ ΝΤΜΙΤΡΙΕΒΙΤΣ Ρώσος συνθέτης (Πετρούπολη 1906 – Μόσχα
1975). Έγραψε την «Πρώτη Συμφωνία» του το 1925 και είχε το προνόμιο να
εκτελεστεί κατόπιν πολλές φορές από τον Τοσκανίνι. Άλλα έργα του: «Η μύτη»
(1930), «Η λαίδη Μάκβεθ του Μτσένσκ» (1934, που αναθεωρήθηκε το 1962 και πήρε
τον τίτλο «Κατερίνα Ισμαήλοβα», «Κοντσέρτο για πιάνο, τούμπα και ορχήστρα
εγχόρδων» του 1933, η Τέταρτη Συμφωνία του 1936 κ.α.
2. RICHARD STRAUSS Γερμανός συνθέτης και αρχιμουσικός (Μόναχο 1864 – Γκάρμις
1949). Μερικά έργα του: «Δον Ζουάν» 1889, «Θάνατος και Μεταμόρφωση» 1889, «Μάκβεθ»
1890, τα συμφωνικά ποιήματα Τιλ Ούλενσπηγκελ 1895, «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» 1896,
«Δον Κιχώτης» 1897, «Η ζωή ενός ήρωα» 1898, «Σαλώμη» 1905, τα μελοδράματα
«Ηλέκτρα» 1909, «Ο ιππότης με το ρόδο» 1911, «Η Αριάδνη στη Νάξο» 1912, κ.α.
3. SIBELIUS JEAN (Σιμπέλιους Γιαν) Φιλανδός συνθέτης (Ταβαστέχις 1865 –
Γαίρβενπαιαι, Ελσίνκι 1957). Οι πρώτες συνθέσεις του, επηρεασμένες από τη
γερμανική μουσική χρονολογούνται από το 1888. Το βαθύ αίσθημα μιας εθνικής
μουσικής οδήγησε αργότερα τον Σιμπέλιους να αναζητήσει τις πηγές της έμπνευσής
του στην ιστορία και στις σάγες της πατρίδας του, που μετέφρασε σε μουσική με τα
συμφωνικά ποιήματα «Κουλλέρβο» 1892, «Μία σάγα» 1892, «Καρελία» 1893, «Ο κύκνος
της Τουονέλας» 1893, «Φιλανδία» 1900. Το 1904 αποσύρθηκε σ’ ένα προάστιο του
Ελσίνκι, το Γαίρβενπαιαι, όπου έγραψε πολλά κοντσέρτα και όπου συμπλήρωσε τον
κύκλο των 7 Συμφωνιών του. Στις συνθέσεις αυτές, οι πνευματικές και λαϊκές
παραδόσεις της Φιλανδίας, αν και βρίσκουν πολλές ευκαιρίες να εκδηλωθούν μέσα
στο τυπικό πλαίσιο της κλασικής παραδόσεως, δεν κατορθώνουν να αποσπάσουν τον
Σιμπέλιους από το κλίμα της τελευταίας περιόδου του ρομαντισμού, στον οποίο
θεωρείται γενικά ότι ανήκει.
4. LOUIS HECTOR BERLIOZ Γάλλος συνθέτης ( Λα Κοτ Σαιντ – Αντρέ 1803 – Παρίσι
1869).
Η σπάνια προσωπικότητά του μόνο τελευταία εκτιμήθηκε, στην έκταση της πολύμορφης
δραστηριότητάς του ως μελετητή, μαχητή, συνθέτη, διευθυντή ορχήστρας και τέλος
ακούραστου εμψυχωτή του ρομαντικού κινήματος. Σπούδασε στο Κονσερβατουάρ του
Παρισιού (όπου γράφτηκε αργά, αφού είχε ήδη συνθέσει πολλή μουσική), θεωρείται
μεγαλοφυής ανακαινιστής(έφερε επανάσταση στις αντιλήψεις για τη σύγχρονη
ορχήστρα) και συνάντησε συχνότερα την έλλειψη κατανοήσεως των συγχρόνων του παρά
την εκτίμησή τους. Ο Μπερλιόζ όσο και αν έμεινε δεμένος βασικά με τον Μπετόβεν –
των συμφωνιών του οποίου υπήρξε ο πρώτος οξυδερκής κριτικός – η νεανκή του
«Φανταστική συμφωνία» (Symphonie fantastique), γραμμένη το 1829, σημειώνει ένα
σταθμό στην ιστορία της μεταμπετοβενικής συμφωνικής μουσικής.
Ο Μπερλιόζ κράτησε σχεδόν τριάντα χρόνια την μουσικοκριτική στήλη της Εφημερίδας
των Συζητήσεων (Journals des Debats), από το 1835 ως το 1863. Τα κείμενά του –
πνευματώδη, διεισδυτικά ή μαχητικά – αποτελούν πάντοτε πηγή πληροφοριών για μια
ιστορία των μουσικών συνηθειών της εποχής. Πολλές φορές δοκίμασε το μελόδραμα με
τον Μπενβενούτο Τσελλίνι (Benvenuto Cellini) ή του Τρώες (Les Troyens), αλλά
μεγαλύτερη επιτυχία συμείωσε στα έργα συναυλιών, δηλαδή στις επιβλητικές
δραματικές συμφωνίες με χορωδία «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» (Romeo et Juliette,
1839) και η «Η Καταδίκη του Φάουστ» (La damnation de Faust 1846), στο περίφημο
‘ρέκβιεμ» και στα ορατόρια, από τα οποία τα αξιολογότερα είναι ένα «Te Denum»
και «Η παιδική ηλικία του Χριστού» (L’ enfance du Christ), που περιέχει μερικές
από τις ωραιότερες σελίδες του 19ου αιώνα. Οι μεγάλες αρετές του ως ενορχηστρωτή
συμπυκνώνονται στα δοκίμιά του Grand traite d’ instrumentation et d’
orchestration modernes (1844), ενώ η κριτική του διαίσθηση, συχνά φωτεινή,
διαφαίνεται επίσης, εκτός από τα άρθρα του και στα έργα του Memoires και
Grotesques de la musique. Στα τελευταία χρόνια της ανήσυχης ζωής του,
βασανισμένα από την αυξανόμενη έλλειψη κατανόησης εκ μέρους των συγχρόνων του
και από τον θάνατο συγγενών και φίλων, ο Μπερλιόζ ένοιωσε κάποιες χαρές, πριν
ένας ληθαργικός ύπνος, διαρκείας τριών μηνών, τον οδηγήσει στον θάνατο, με ένα
τελευταίο θριαμβευτικό ταξίδι στη Ρωσία και με τη σύνθεση της όπερας σε δύο
πράξεις «Beatrice et Benedict», σκηνικού παιχνιδιού με εκπληκτικά ευρήματα, που
η υπόθεσή του είναι παρμένη από το «Πολύς θόρυβος για το τίποτα» (Much A do
About Nothing) του Σαίξπηρ.
5. RIMSKY KORSAKOV: Ρίμσκι – Κόρσακωφ Νικολάι Αντρέγεβιτς. Ρώσος συνθέτης (Τίχβιν,
Νόβγκοροντ 1844 – Λιουμπένσκ, Πετρούπολη 1908). Το 1861 πήρε μέρος στη
δραστηριότητα της Ομάδας των Πέντε. Το 1865 εκτελέστηκε με επιτυχία στην
Πετρούπολη, υπό την διεύθυνση του Μπαλακίρεφ, η πρώτη του «Συμφωνία, που την
ακολούθησε η επιτυχία του συμφωνικού ποιήματος «Σαντκό» (κατόπιν διασκευάστηκε
σε όπερα και παρουσιάστηκε το 1898). Το 1868, ο Ρίμσκι έδωσε ένα νέο δείγμα της
ιδιοφυΐας του με τη 2η Συμφωνία του (που πήρε το όνομα «Άνταρ»). Επίσης ήταν
δάσκαλος του Ρεσπίγκι και του Στραβίνσκι και ακόμη και ο Ντεμπυσσύ υπέστη τη
γοητεία του. Γοητευτικός συνθέτης όπερας, άφησε, μεταξύ άλλων, στο μουσικό
θέατρο 2 αριστουργήματα: «Ο θρύλος της αόρατης πολιτείας του Κιτέσκ» (1907) και
ο «Χρυσός πετεινός» (μεταθανάτια έκδοση 1909). Έγραψε εξάλλου αξιόλογα διδακτικά
έργα: «Πρακτικό εγχειρίδιο αρμονίας (1884) και «Στοιχεία ενορχηστρώσεως» (που
εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, το 1913). Το 1909 εκδόθηκε ένας αυτοβιογραφικός
τόμος αναμνήσεων από τη μουσική ζωή.
6. TCHAIKOVSKY ΠΙΟΤΡ IΛΙΤΣ: Ρώσος συνθέτης (Βοτκίνσκ 1840 – Πετρούπολη 1893). Το
1867 συμπλήρωσε τη παρτιτούρα της 14ης Συμφωνίας του. Το 1872 γράφει την 2η
Συμφωνία και 2 χρόνια αργότερα το πρώτο κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα. Από
τον Ιούνιο ως τον Αύγουστο του 1875 συνέθεσε την 3η Συμφωνία και τον ίδιο χρόνο
το τελευταίο και ωραιότερο από τα τρία κουαρτέτα του, καθώς και τη μουσική για
το μπαλέτο «Η λίμνη των κύκνων» που αργότερα έγινε δημοφιλέστατη, αλλά που
αρχικά κοινό και κριτική την υποδέχθηκαν χωρίς μεγάλο ενθουσιασμό. Ακολούθησαν
άλλα γνωστά έργα του όπως: η 4η Συμφωνία, ο Ευγένιος Ονιέγκιν, που είναι η
σημαντικότερη λυρική όπερά του, «Η ντάμα πίκα», η «Ζαν ντ’ Άρκ», η 5η Συμφωνία ,
επηρεασμένη από τον Γκρηγκ, το «Ιταλικό καπρίτσιο», που γράφτηκε, όπως και τόσα
άλλα έργα του Τσαϊκόφσκι στην Ιταλία όπου έμεινε καιρό. Επίσης προς το τέλος της
ζωής του, που είχε αναγνωριστεί από το κοινό των Η.Π.Α, έγραψε την 6η «Παθητική»
Συμφωνία καθώς και τον «Καρυοθραύστη» (1892). Τέλος έγραψε επίσης τις
«Παραλλαγές πάνω σ’ ένα θέμα ροκοκό», το «Σλαβικό εμβατήριο», την « Ουβερτούρα
1812» κ.α.