ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ
(1867-1951)
Πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός, δημοσιογράφος. Μεγάλωσε στη Ζάκυνθο,
από την οποία καταγόταν ο έμπορος πατέρας του και παρακολούθησε μαθήματα
Φυσικομαθηματικών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά πολύ νωρίς ακολούθησε τη
βαθύτερη κλίση του στη λογοτεχνία και στη δημοσιογραφία. Είναι από τους
ελάχιστους Έλληνες λογοτέχνες που μπόρεσαν να ζήσουν μονάχα με το γράψιμό τους.
Συνεργάστηκε με όλες σχεδόν τις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής του.
Διηύθυνε το παιδικό περιοδικό «Διάπλασις των παίδων» και ίδρυσε το λογοτεχνικό
περιοδικό «Νέα Εστία». Το 1932 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Ο Ξενόπουλος είναι από τους πολυγραφότερους Έλληνες συγγραφείς. Το έργο του έχει
ξεχωριστή θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία, γιατί επεξεργάστηκε σε μια πρώιμη για
τα ελληνικά γράμματα εποχή ρεαλιστικά στοιχεία του αστικού βίου.
Επηρεασμένος για ένα διάστημα από τις σοσιαλιστικές ιδέες, δημοσίευσε και έργα
που έχουν εντονότερο ιδεολογικό χαρακτήρα (π.χ. η κοινωνική τριλογία από τα
μυθιστορήματα «Πλούσιοι και φτωχοί», «Τίμιοι και άτιμοι», «Τυχεροί και άτυχοι»).
Ένα σημαντικό μέρος του έργου του (πεζογραφικού και δραματικού) είναι
εμπνευσμένο από τη ζωή και τη κοινωνική ιστορία της Ζακύνθου, αλλά κι εδώ δεν
παραλείπει να ρίξει την κοινωνική του ματιά, μεταβάλλοντας την απλή ηθογραφία σε
έργο περισσότερο ουσιαστικό. Κάποτε είναι φανερή η επίδραση του «Βασιλικού» του
Μάτεση. Και ο εκπρόσωπος του ευρωπαϊκού νατουραλισμού Εμίλ Ζολά είναι ένας από
τους δασκάλους του Ξενόπουλου.
Ο δεύτερος τίτλος του Ξενόπουλου είναι ότι ουσιαστικά ίδρυσε το Νεοελληνικό
Θέατρο. Είναι «ο άνθρωπος που εγκαινίασε ορισμένους δρόμους ....... κι ανέβασε
στο φως του προσκηνίου, με το θέατρο και το μυθιστόρημα, τη νεόπλαστη κοινωνική
μας ζωή ...... η στροφή του Ξενόπουλου προς τη ζωή των νεοελληνικών αστικών
κέντρων σημειώνει την απαρχή της αφύπνισης ενός λαού που αρχίζει ν’ αποκτάει
πολιτισμένη συνείδηση του κοινωνικού εαυτού του» (Άγγελος Τερζάκης). Από τα
θεατρικά έργα του Ξενόπουλου αρκετά αντέχουν και σήμερα, με τον έντεχνο και
ζωντανό διάλογό τους και με τη γνώση της σκηνικής οικονομίας: «Πειρασμός»,
«Φιόρο του Λεβάντε», «Στέλλα Βιολάντη», «Το μυστικό της κοντέσσας Βαλέραινας».
Μπορεί ο Ξενόπουλος να μην είναι ριζοτόμος, να του λείπει η μεγάλη τόλμη στην
εξέταση των κοινωνικών φαινομένων, αποκάλυψε όμως με την ηθογραφία του ένα
σημαντικό μέρος των συγκρούσεων και των εσωτερικών αντιφάσεων ενός
νεοδημιούργητου αστικού κόσμου. Χρησιμοποιώντας εξάλλου μια γλώσσα γλαφυρή,
απλή, ρέουσα έγινε αρεστός στο κοινό, του οποίου όξυνε ευεργετικά τα κοινωνικά
κριτήρια.
Στον Ξενόπουλο ανήκει και ένας τρίτος τίτλος: του λογοτεχνικού κριτικού. Είναι
αυτός που αποκάλυψε τη σημασία του καβαφικού έργου από πολύ νωρίς (1903),
διατύπωσε σημαντικές και πρωτότυπες κρίσεις για τον Ροΐδη, τον Παπαδιαμάντη, τον
Καρκαβίτσα κ.ά., εγκαινίασε τη θεατρική κριτική, γράφοντας για τον «Βασιλικό».
Ίσως τον κριτικό Ξενόπουλο χαρακτηρίζει ένας υποκειμενισμός, οφειλόμενος ως ένα
σημείο στις προσωπικές προτιμήσεις και αντιπάθειες που του δημιούργησε η
δημοσιογραφική του δραστηριότητα. Εν τούτοις μερικές από τις θέσεις που
υποστήριξε έμειναν βασικές για τη νεοελληνική λογοτεχνική κριτική.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΟΛΦΙΝΟΠΟΥΛΟΣ