ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ
ΩΣ ΗΧΟΣ ΚΑΙ ΦΩΣ
Με το που ανάβουν τα φώτα του μπερντέ αρχίζει και η υπαγόρευση της ψευδαίσθησης
στο θεατή ότι το ψεύτικο είναι αληθινό. Μια ψευδαίσθηση - μαγεία θα λέγαμε - που
αντανακλά ίσως την υπέρβαση του θεατή από τις καθημερινές μικρότητες της
κοινωνίας που ζει σε μια πιο ηρωϊκή, έστω και «λαϊκή», διάσταση. Ο Καραγκιόζης
λειτουργεί ως μεταλλακτικό μέσο στα συναισθήματα του θεατή μέσω των σκηνικών
δρωμένων και μέσων, που επιστρατεύονται μαζί με την φαντασία του
καραγκιοζοπαίκτη που καθοδηγεί, για να αναδημιουργήσουν το στίγμα της κοινωνικής
δομής, αφαιρώντας τον ρεαλισμό και βιώνοντας την υπερβολή.
Ποια είναι όμως όλα εκείνα τα στοιχεία που βοηθούν άμεσα στην υποταγή του θεατή
σ' αυτή την μαγευτική μετάλλαξη, που κρατάει μέχρι να σβήσουν τα φώτα του
μπερντέ ; Αμέσως με το που σβήνουν τα φώτα της πλατείας και ανάβουν τα φώτα του
μπερντέ, αρχίζει και η υποβολή των συναισθημάτων. Οι ηλεκτρικοί λαμπτήρες
παραταγμένοι στη λυχναροθήκη και ορισμένοι - τρεις ή τέσσερις - κρυμμένοι στο
πάνω μέρος της σκηνής, φωτίζουν την παράσταση. Παλαιότερα ο μπερντές φωτιζόταν
με λυχνάρια λαδιού, αργότερα με λάμπες ασετιλίνης και σήμερα με ηλεκτρικούς
λαμπτήρες. Σε κάθε έργο, όλες σχεδόν οι σκηνές του διαδραματίζονται σ' αυτό το
κιτρινωπό φως. Οι καραγκιοζοπαίκτες με το που αντελήφθησαν τη σημασία του
φωτισμού και την υποβολή συναισθημάτων που προκαλεί, άρχισαν να αλλάζουν το
φωτισμό σε κάποιες σκηνές. Έτσι λ.χ. όταν εμφανίζεται κάποιο θηρίο ή στη σκηνή
διαδραματίζεται κάποια συμπλοκή ή μάχη, το φως γίνεται κόκκινο ή πρασινοκόκκινο.
Η αλλαγή στο χρώμα του φωτισμού γίνεται, όταν κάποιος ή κάποιοι βοηθοί του
καραγκοζοπαίκτη με μια γρήγορη κίνηση τοποθετούν μια λουρίδα χρωματιστό χαρτί
μπροστά από τα φώτα. Έτσι το φως που απλώνεται στη σκηνή παίρνει το χρώμα του
χαρτιού.
Η μουσική, ο χορός και οι σχετικοί με κάθε « ήρωα » ήχοι ή ατάκες, μάς εισάγουν
στο ηχητικό ¬κλίμα της όλης παράστασης. Αποτελούν τα σύμβολα του γλεντιού και
του ξεφαντώματος ως διέξοδο στην πείνα και στα βάσανα. Ο ιδιωματικός λόγος, το
τραγούδι και η ιδιαίτερη κίνηση εισάγουν κάθε φιγούρα - ήρωα στο μπερντέ. Κάνουν
γνωστή την ταυτότητα του καθενός αμέσως και υπογραμμίζουν την προσωπικότητά του.
Κάθε φιγούρα έχει το δικό της μουσικό « σήμα », είτε ακόμη λεκτικό ή χορευτικό
και εδώ φανερώνεται το μυστικό της λιτότητας, αλλά και πυκνότητας που διακρίνουν
τα εκφραστικά μέσα του θεάτρου σκιών.
Βέβαια ήχος δεν είναι μόνο η μουσική, αλλά πάνω από όλα το « λαρύγγι » του
μάστορα, που σαν καλός τεχνίτης έπρεπε να διαθέτει έως και δέκα διαφορετικές «
φωνές », που εναλάσσονταν μεταξύ τους γρήγορα και με μαεστρία.
Ο παραδοσιακός τεχνίτης του Καραγκιόζη έπρεπε πάνω απ' όλα να είναι ένας
πολυμήχανος εφευρέτης ήχων. Λαμαρίνες, ξύλα, χαρτόνια, κονσερβοκούτια, καπάκια
αναψυκτικών, σφυρίγματα, τσουγκρίσματα, πλαταγίσματα της γλώσσας, παλαμάκια,
στράκες, μπουρούδες, ροκάνες κι αυτοσχέδια ηχητικά αντικείμενα επιστρατεύονται
για να μιμηθούν τη βροχή, την σφαλιάρα, το ποδοβολητό, τα κύματα, το φίδι κ.α.
Για να παραστήσουν λ.χ. τις αστραπές, αναβοσβήνουν το φως πίσω από το πανί.
Όπως, για να παραστήσουν τον εκκωφαντικό θόρυβο που δημιουργείται από το
κατρακύλισμα του Καραγκιόζη από τις σκάλες του σεραγιού, ο καραγκιοζοπαίκτης
βάζει σε ένα τενεκέ του λαδιού βότσαλα, βίδες, πρόκες και κομμάτια γυαλιών.
Ακόμα με κατάλληλα χτυπήματα, με ένα καδρονάκι πάνω σε έναν άδειο τενεκέ, μας
πείθει ότι ακούμε τουφεκιές, κανονιές ακόμα και πολυβολιομούς σε συνδυασμό με
τον ήχο και τη χρήση κάποιας ροκάνας.
Γνωστό σε όλους είναι ακόμα και το ξυλοφόρτωμα του Καραγκιόζη στον Χατζηαβάτη ή
του Καραγκιόζη από τον Βεληγκέκα και τον Μπαρμπαγιώργο. Η « σφαλιάρα » ή «
χαστουκιέρα » δεν είναι τίποτε άλλο παρά το εργαλείο απόδοσης τέτοιου ήχου που
συνοδεύει την κίνηση του χεριού πάνω σε άλλη φιγούρα, ως ξυλοφόρτωμα. Φύλλα
χαρτονιού, κομμένα ομοιόμορφα σε σχήμα μικρής ρακέτας και ντυμένα με πανί ή
μαλακό πλαστικό ή δέρμα, γαζώνονται στην περικαρπίδα τους. Με το χτύπημα αυτού
του εργαλείου στην ανοιχτή παλάμη ή στον μηρό του καραγκιοζοπαίκτη ή του βοηθού
του, παράγεται ήχος πολύ μεγαλύτερος της φυσικής σφαλιάρας, το οποίο είναι και
το ζητούμενο στο θέατρο σκιών.
Συχνά στο θέατρο σκιών εμφανίζονται τέρατα, δράκοι και άλλα πλάσματα της
φαντασίας που θα έπρεπε να έχουν ήχο ανάλογο με τη θέα τους (όπως στο έργο «Ο
Μεγαλέξανδρος και ο καταραμένος όφις»). Το εργαλείο που παράγει αυτό τον ήχο
είναι το “καλάμι.”. Ένα κομμάτι χοντρό καλάμι, μήκους 15-20 εκ, κλείνεται από το
ένα άκρο του μ' ένα τσιγαρόχαρτο. Το άλλο άκρο είναι ανοιχτό. Λίγο πριν από τη
μέση του μήκους του και προς την πλευρά του τσιγαρόχαρτου, ανοίγεται μια τρύπα
μήκους 3 εκ και ύψους 1 εκ παράλληλα με το μήκος του καλαμιού. Εκεί, πάνω σ'
αυτή την τρύπα ο χειριστής του εργαλείου προσαρμόζει τα χείλη του, παράγοντας
ένα βόμβο που προκαλεί παλμικές κινήσεις στο τσιγαρόχαρτο και το καλάμι
λειτουργεί σαν ηχείο πολλαπλασιάζοντας την έντασή του.
Οι μεγάλοι πρωτεργάτες του Ελληνικού θεάτρου σκιών απέδιδαν μεγάλη σημασία στη
μουσική, καθώς ορισμένοι απ' αυτούς υπήρξαν και εξαίρετοι μουσικοί, με πρώτο τον
“ πατέρα ”του νεοελληνικού Καραγκιόζη, τον Μίμαρο (Δημήτρη Σαρδούνη,1865-1913),
που ήταν και πρωτοψάλτης στον Αγ. Ανδρέα Πατρών, επιβεβαιώνοντας την άρρηκτη
σχέση ανάμεσα στο δημοτικό τραγούδι και τη Βυζαντινή μουσική παράδοση. Έχουμε
όμως παράλληλα και καλλιτέχνες που άφησαν εποχή ως τραγουδιστές του μπερντέ,
όπως ο Στρ. Μελίδης, ο Σωτ. Καπρούλιας, ο Αντ. Καράμπαλης ακόμη και ο Πέτρος
Κυριάκος ή και ο Γιώργος Μουζάκης.
Οι μουσικοί του μπερντέ αποτελούσαν πολλές φορές και μιαν ορχήστρα. Στις
περιοδείες οι καραγκιοζοπαίκτες συνεργάζονταν συχνά με ντόπιους μουσικούς. Έτσι
προσέθεταν, κατά περίπτωση, και τραγούδια από το τοπικό ρεπερτόριο, ενώ
παράλληλα λειτουργούσαν και σαν μουσικοί περιοδευτές, μεταφέροντας τα διάφορα
μουσικά είδη των ηρώων του Καραγκιόζη, που γεφύρωναν την Ανατολή με τη Δύση:
πολίτικα, χασάπικα, καλαματιανά, τσάμικα μέχρι και πειραιώτικα ρεμπέτικα.Μετά το
1960 και με τη χρήση της ηχογραφημένης μουσικής και του μικροφώνου άρχισε ο
Καραγκιόζης να πεθαίνει από ηλεκτροπληξία. Η τεχνολογία αντικαθιστά το ζωντανό -
ανθρώπινο στοιχείο και ο Καραγκιόζης άρχισε να κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε μια
καρικατούρα παιδικής διασκέδασης. Φτώχυνε το ρεπερτόριο, περιορίστηκαν οι
επιλογές, άρχισε να σταματά το παιχνίδισμα της φαντασίας.Κι όμως, μέχρι σήμερα η
πορεία του Ελληνικού θεάτρου σκιών, του Καραγκιόζη, απέδειξε ότι όχι μόνο δεν
έφτασε στο τέλος του, αλλ' αντίθετα αρχίζει η ανάστασή του. Νεότεροι
καραγκιοζοπαίχτες, γνωστοί και μη, προσπαθούν να σφηρηλατήσουν τις νέες γενιές,
να τις « βαπτίσουν » θα λέγαμε με το νάμα της γνήσιας λαϊκής Τέχνης που
χαρακτήρισε και χαρακτηρίζει τη φυλή μας, σαν ασπίδα απέναντι στις επιθέσεις και
προσπάθειες της παγκοσμιοποίησης για συρρίκνωση κάθε ντόπιας κουλτούρας και
υποταγή των τοπικών ιδιαιτεροτοτήτων μέσα στην αχανή χοάνη της ισοπέδωσης : «
Αβάντι μαέστρο ένα Καλαματιανό, έτσι να σκάσουν οι οχτροί μας....γεια σας και
χαρά σας »!
ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΟΛΦΙΝΟΠΟΥΛΟΣ