Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ
ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ήταν άνθρωπος σοβαρός, ντροπαλός, σεμνός, τύπος
μονήρης. Ο Δ.Χατζόπουλος (Μποέμ) από τις στήλες της εφημερίδας «Άστυ»τον
παρουσιάζει διεξοδικότερα 3 : «Άνθρωπος αγαθός, ειλικρινής, μετριόφρων και
ιδιαζόντως ιδιόρρυθμος. Εργάζεται ασταμάτητα την ημέρα, φορά τετριμμένα
επανωφόρια και καταρρακωμένα παντελόνια, καπνίζει διαρκώς. Με τη ράβδο
παραμάσχαλα, στις ελεύθερες ώρες του κάνει περίπατους στην Αθήνα, πηγαίνει και
ψάλλει στα εκκλησάκια και ιδιαίτερα στο ναΐδριο του αγίου Ελισσαίου.
Επισκέπτεται συχνότατα τα λαϊκά ταβερνεία για κάποιο ποτήρι οίνου ή ζύθου».
Στα τέλη Μαρτίου του 1908 μεταβαίνει στη Σκιάθο, στην οποία θα παραμείνει μέχρι
το θάνατό του, το Γενάρη του 19911. Οι δρόμοι της Αθήνας δεν θα ξαναδούν στο
εξής το μεγάλο μας λογοτέχνη. Εδώ, στην πανέμορφη πατρίδα του, γελάει, ο μεγάλος
αυτός πονεμένος μας λογοτέχνης, τρέχει στις εξοχές, στα ακρογιάλια, στα
μοναστήρια, ψέλνει, συζητά, ακούει με απληστία τις διηγήσεις απ' τις γριές και
τους ξωμάχους, πίνει στο οινοπωλείο του Ζίμπλου. Ζει κατά κάποιο τρόπο, στα
τελευταία χρόνια της ζωής του, όλον αυτόν τον κόσμο που, πολλές φορές, αναδύεται
μέσα απ' τα διηγήματά του.
Πόνεσε, όσο κανείς άλλος πνευματικός άνθρωπος της Λογοτεχνίας μας, τα έντονα
κοινωνικά προβλήματα της εποχής του, τη δεινή θέση της γυναίκας, τη βαριά μοίρα
της λαϊκής τάξης. Λάτρεψε τη μάθηση, 1 τη χριστιανική θρησκεία, το νησί του. Η
πνευματική του δράση έλαβε χώρα στην Αθήνα. Η συγγραφή τον ώθησε να μείνει και
να εργασθεί στην πρωτεύουσα της Ελλάδας. Έμεινε όμως πάντα ένας φτωχός, αν και
πασίγνωστος σ' όλη την Ελλάδα λογοτέχνης.2 Ο λόγος είναι για τον κυρ-Αλέξανδρο,
όπως τον αποκαλούσαν, για τον άγιο των Ελληνικών Γραμμάτων και της Νεοελληνικής
μας Λογοτεχνίας, για τον κοσμοκαλόγερο της Αθήνας, τον μέγα Παπαδιαμάντη.
Στην Αθήνα, στη Δεξαμενή, συνήθιζε να κάθεται έξω από το καφενείο, στο πίσω
μέρος, δίπλα, στο παραθυράκι του τζακιού. Κι όπως αναφέρει ο Κ. Βάρναλης, 4
καθόταν σχεδόν πάντα μόνος τους, απομονωμένος, με τα χέρια σταυρωμένα,
αποφεύγοντας να κοιτάει τον κόσμο, με κεφάλι γερμένο και μάτια μισόκλειστα,
βυθισμένα στα δημιουργικά του ονειροπολήματα.
Στο περίφημο καφενεδάκι της Δεξαμενής, το καφενεδάκι με την εκπληκτική θέα,
σχεδόν μονίμως και αποκλειστικά σύχναζε ο μεγάλος μας λογοτέχνης Αλέξανδρος
Παπαδιαμάντης.
«Στα 1906 ανέβηκα στη Δεξαμενή. Είναι μια κρίσιμη στιγμή της πνευματικής μου
ζωής. Εκεί απάνου βρήκα μαζί με τα ψηλά δέντρα, τον καθαρό αέρα, τον ήλιο και τη
μακρινή θέα του Σαρωνικού, τον καλύτερο εαυτό μου. ……Η Δεξαμενή τότε, είχε όλη
της τη φυσική ομορφιά. Δεν είχε μαρμάρινες σκάλες• δεν ήτανε σφιγμένη σε
κορσέδες από πέτρινα ντουβάρια και σιδερένια κάγκελα. Χαιρότανε το ψήλος της και
τη λευτεριά της μακριά από τη βέβηλη πολιτεία. Οι λεύκες της ψηλές και ρωμαλέες
από τις ωραιότερες της Αθήνας, χαρίζανε το δροσερό τους ίσκιο στους ερημίτες της
νεοελληνικής λογοτεχνίας και μια βρύση στη μέση έτρεχε αδιάκοπα μέρα και νύχτα
και αχολογούσε φλύαρα και χαρούμενα σαν ένα πλήθος από πουλιά. Τις νύχτες του
φθινοπώρου, όταν φυσούσε ο βοριάς και βογγούσανε οι λεύκες και τα πεσμένα φύλλα
χορεύανε, ο αχός της βρύσης έπαιρνε τον πιο μελαγχολικό τόνο.» 5
Το καταπληκτικό αυτό στέκι φαίνεται να γοήτευσε τον Παπαδιαμάντη, γιατί η φυσική
ομορφιά του χώρου και η ηρεμία του, σε συνδυασμό με την εκπληκτική θέα που
κάποιος μπορούσε να απολαύσει καθήμενος στο καφενεδάκι, άγγιζαν την ψυχή του
μοναχικού άνδρα και τον ενέπνεαν στη δημιουργία διηγημάτων.
“Από το 1904 η Δεξαμενή άρχισε να συγκεντρώνη τους λογίους της εποχής. Ανοιχτή
τότε ακόμη απ' όλες τις πλευρές προσέφερε εις την ωραίαν πλατείαν αισθητικήν
απόλαυσιν. Κάτω απλωνόταν ελεύθερη η πόλις, επάνω η βαρειά σιλουέττα του
Λυκαβητού, πέρα στο βάθος, το άφθονο μπλέ της υδατογραφίας του Σαρωνικού,
νοτιοδυτικά ο πράσινος κάμπος της Αττικής, όπου το μάτι μπορούσε να πλανάται
ελεύθερο χωρίς να σκοντάφτη πουθενά. Ήταν ένα γραφικό φυσικό μπαλκόνι απέναντι
στο βράχο της Ακροπόλεως φτιαγμένο για ρεμβασμούς.Γι' αυτά τα πλεονεκτήματά της
η πλατεία της Δεξαμενής έγινε γρήγορα το φιλολογικό κέντρο μιας εποχής που
έζητούσε ακόμη την έμπνευσιν κατ' ευθείαν από τη φυσική γραφικότητα ……. 0
Παπαδιαμάντης ήταν το στοιχειό της. Η ατμόσφαιρα της τοποθεσίας ήταν ακριβώς
εκείνη που ταίριαζε περισσότερο στην ασκητική του ιδιοσυγκρασία. Αν δεν εύρισκε
στην Δεξαμενή τά «ρόδινα ακρογιάλια» της Σκιάθου ……. εύρισκε όμως την ησυχία,
την μοναξιά ολόκληρη την ημέρα και προπαντός την συντροφιά απλοϊκών ανθρώπων,
ανάμεσα στους οποίους μόνο αισθανόταν τον εαυτό του να κινήται ελεύθερα και
άνετα….. Τον άφηναν όλη την ημέρα στο απόμερο τραπεζάκι του σιωπηλό, βυθισμένο
στους κόσμους των στοχασμών του, να σιγοψέλνη, να σκέπτεται ή να γράφη. " 6
Ο Μιλτιάδης Μαλακάσης που για πολλά χρόνια καθόταν στη Δεξαμενή δίπλα στον
Παπαδιαμάντη, αλλά και ο Βάρναλης που τον έζησε επίσης από κοντά δεν
διαφοροποιούνται ως προς τις σκέψεις τους για τον μεγάλο μας πεζογράφο
" Ο Παπαδιαμάντης συνήθιζε να κάθεται έξω απ' το καφενείο, στο πίσω μέρος, δίπλα
στο μικρό παραθυράκι του τζακιού. Από το παραθυράκι έπαιρνε τον καφέ του ή
ζητούσε φωτιά ν' ανάψει το τσιγάρο του ή ζητούσε εφημερίδα. Μακριά απ' τους
πελάτες, απομονωμένος, σταύρωνε τα χέρια του, έγερνε δίπλα το ιερατικό του
κεφάλι και βυθιζότανε στα δημιουργικά του ονειροπολήματα.» 7
Εκεί σ’ αυτήν την πλατεία, κάποια στιγμή, χωρίς κι ο ίδιος να μπορεί να το
πιστέψει ότι το κατάφερε, ο Παύλος Νιρβάνας τράβηξε μία από τις απειροελάχιστες
και μοναδικές φωτογραφίες του Παπαδιαμάντη, διασώζοντας πολύ καλά τη μορφή του
και το όλο του παράστημα : την ασκητική του μορφή με το κεφάλι του γερμένο στον
ώμο, να φορά αυτό το τριμμένο και φτωχικό επανωφόρι.
“ Ο ήλιος έγερνε προς τη δύση του και οι τελευταίες του αχτίδες έπεφταν ευνοϊκά
στη δυτική πλευρά του καφενείου. Σε μια γωνιά, καλά φωτισμένη, ήτανε μιά
καρέκλα.
— Κάθεσαι σ' αυτή την καρέκλα, Αλέξανδρε; του είπα. Σε δυο λεπτά θα τελειώσουμε.
— Να καθήσω... μουρμούρισε.
Κάθησε, έσκυψε το κεφάλι του απάνω στο στήθος και σταύρωσε τα χέρια του απάνω
στο μπαστούνι του, που κρατούσε ανάμεσα στα πόδια του. Δε θα μπορούσε να του
δώσει κανείς μια πόζα, πιο σύμφωνη με τη φύση του, και το χαρακτήρα του απ' την
ασκητική αυτή πόζα, που είχε πάρει μοναχός του. Ήτανε τυχαία η πόζα αυτή; Ήτανε
μελετημένη; Δεν ξέρω. Αν ήτανε το δεύτερο, πρέπει να πιστέψει κανείς, ότι και ο
πιο απόκοσμος ασκητισμός έχει τη φιλαρέσκειά του. Στάθηκα αντίκρυ του, βιαστικός
μη μου χαλάσει τίποτε την υπέροχη αυτή σύνθεση, που είχα μπροστά μου, και του
πήρα δυο "ένσταντανέ" στην ίδια πόζα………Τον ευχαρίστησα, πήρα μαζί μου τω
φωτογραφικό κουτί, που έκλεινε ένα θησαυρό για μένα, και κατέβηκα στην πόλη
νικητής και τροπαιούχος. Μήπως είχα άδικο; Η μόνη μου ανησυχία ήτανε μήπως δεν
επέτυχαν οι πλάκες. Την ίδια βραδιά, όμως, που έκανα την εμφάνιση τους —όλα,
είχαν έρθει τυχερά— βρέθηκα μπροστά σε μία μοναδική επιτυχία. Υστερ' από λίγες
μέρες, η φωτογραφία του Παπαδιαμάντη η πρώτη, που είχε κάνει στη ζωή του,
δημοσιεύτηκε, μεγαλωμένη, σε ολοσέλιδο , στα Παναθήναια. Και η εντύπωση στάθηκε
καταπληκτική,.. Μέσα σ' αυτή την εικόνα βρίσκεται ολόκληρος ο Παπαδιαμάντης ” 8
Ο Παπαδιαμάντης αν και σύχναζε για πολλές ώρες στη Δεξαμενή, αν και όλοι τον
γνώριζαν όπως άλλωστε κι ο ίδιος, ήταν πολύ λιγομίλητος, σπανίως άλλαζε
τραπεζάκι, συχνά με κλειστά τα μάτια σκεφτόταν κάποιο διήγημα που θα έγραφε,
ονειροπολούσε τα ακρογιάλια της Σκιάθου, παραδιδόταν στη μαγική θέα και
σιγοέψελνε. Με τον μόνο άνθρωπο που μιλούσε αρκετά και χωρίς κόπο ήταν ο κυρ –
Στέφανος ο αμαξάς.
“ Είχαν και τους τύπους των οι λόγιοι της Δεξαμενής. Και πρώτος μεταξύ τους ήταν
ο κυρ-Στέφανος, ένας άμαξας που ελέγετο πρόεδρος της Δεξαμενής, άνθρωπος εντελώς
ιδιότυπος, με ένα είδος περιέργου λαϊκής θυμοσοφίας που διετύπωνε σε μία γλώσσαν
επίσης ιδιότυπη, πράγμα που άρεσε εξαιρετικά στον Παπαδιαμάντη ώστε να γίνει ο
στενότερος και πλέον έμπιστος φίλος του. Μόνον σ’ αυτόν εξεμυστηρεύετο τις
σκέψεις και τα ιδιαίτερά του ο Παπαδιαμάντης. Σε έναν άνθρωπο που δεν είχε
υποπτευθή την αξία του και τον αγαπούσε απλώς ως φίλον και όχι όπως όλοι οι
άλλοι σαν τον μεγαλύτερο λόγιο της νεωτέρας Ελλάδος. ” 9
Ο θαυμαστός κόσμος των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη είναι ο κόσμος των
αγνοημένων, των φτωχών, αλλά και των νοικοκυραίων της σκιαθίτικης κοινωνίας ή
της αθηναϊκής συνοικίας. Απ' την πολυπρόσωπη και ποικίλη πινακοθήκη των ηρώων
του δεν λείπουν οι στρίγγλες μάνες, οι κακές πεθερές, οι φόνισσες, οι
τοκογλύφοι, οι γριές της γειτονιάς και της αυλής με τα κουτσομπολιά και τις
συκοφαντίες, τα μάγια, τις δυσειδαιμονίες και τις προλήψεις τους 10. Τα παιδιά
που πνίγονται στα πηγάδια ή στη θάλασσα, οι κόρες που χάνονται νέες, τα νήπια
που πεθαίνουν αβάφτιστα, το πλήθος των ναυτικών που χάνονται στη θάλασσα,
αφήνοντας πίσω τους χήρες και μαυρομαντιλούσες μάνες και ορφανά, η ελεγεία
ετούτη του θανάτου απ' το ένα μέρος και το μοτίβο του έρωτα του ανικανοποίητου
και απραγματοποίητου απ' το άλλο, όλα αυτά μας προσφέρονται στα κείμενά του,
μέσα απ' το ποιητικό πρίσμα, με λέξεις μαγευτικές που υποχρεώνουν να συνυπάρχουν
ταιριαστά η μαγεία με το ρεαλισμό, η θρησκεία με την πάσης φύσεως αδικία.
Το Νοέμβρη του 1910 αρρωσταίνει από πνευμονία. Πέφτει κουρασμένος στο κρεβάτι.
Στις 2 Ιανουαρίου του 1911, ημέρα Κυριακή, οδηγήθηκε μοναχός του - οι αδελφές
του κατάκοπες κοιμούνταν- γαλήνια στο θάνατο, έχοντας πριν κοινωνήσει δυο φορές
και ψέλνοντας το τροπάρι των Ωρών τις παραμονές των Φώτων. Αποχώρησε ήρεμα, με
θρησκευτική κατάνυξη και γαλήνη, μαζί με τους αγγέλους, προς το Θεό του, μακριά
απ' τη βασανισμένη του ζωή.
Έγραψε τόσα πολλά με θετικισμό από το άρωμα της ελληνικής γης. με το χρώμα του
ελληνικού ουρανού και με τα μυστήρια της ελληνικής σύγχρονης ψυχής, ώστε μπορεί
κανείς να τον ονομάσει δικαίως ως αρχηγό του νεοελληνικού διηγήματος. 9
Ο Παπαδιαμάντης ζωγράφισε σ' όλα τα έργα του την μονότονη ελληνική ζωή και την
θλίψη των πτωχών ανθρώπων στα χωριά και τα νησιά. 10 Στους «Χαλασοχώρηδες»
καταγγέλλει την ολιγαρχία που θυμάται το βασανισμένο λαό τις παραμονές του
εκλογικού ιπποδρομίου, ελέγχει ευθαρσώς την κομματική συναλλαγή και την ασύστολη
ψηφοθηρία.
Είναι ένας ιδεολόγος, ένας αγωνιστής της προόδου και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Σε πολλά του διηγήματα σπιθοβολάει ένα χιούμορ αβίαστο, ένα εύθυμο πνεύμα στις
εναλλαγές του δραματικού με το εύθυμο. Έκλεισε μέσα στην ψυχή του την Ελλάδα,
τον κόσμο της, τις θλίψεις του. 11
Πόνεσε όσο όλοι οι Έλληνες μαζί τη δυστυχία τους. Κι άντεχε αυτόν τον πόνο
καρτερώντας χριστιανικά, πιστεύοντας, προσευχόμενος. ψέλνοντας σαν Βυζαντινός
στυλίτης. Η ποίηση, το θρησκευτικό δέος, το προσωπικό ύφος, το δραματικό
ξετύλιγμα των γεγονότων, η τραγικότητα, η Βυζαντινή κατάνυξη συνυπάρχουν σε
πολλά διηγήματα του ονειροπλέχτη μάγου της πένας. Σε όλα του τα έργα υπάρχει κι
αυτός, σε κάποια γωνιά τον καφενείου, του ταβερνείου, της ακρογιαλιάς, μέσα στην
ψυχή και τα συναισθήματα του κάθε του ήρωα.
Το αγαθόν, το κλασικό «δέον γενέσθαι» διαρκώς αντιπαλεύει τα κακώς κείμενα και
την κοινωνική ανισότητα και αναδύεται έμμεσα ως το μόνιμο μήνυμα, σε κάθε σχεδόν
διήγημα, του σοφόκλειου και ιδιόρρυθμου αυτού ποιητή της σύγχρονης πνευματικής
μας ιστορίας. 12 Αν και τα περισσότερα διηγήματά του δίνουν την εντύπωση πως
κινού¬νται στην περιοχή της ηθογραφίας, ωστόσο η ηθογραφία αποτελεί το
επιφανειακό έδαφος, το δευτερεύον μήνυμα των διηγημάτων του, το γενικότερο
πλαίσιο με το οποίο ντύνει τα βαθύτερα και πρωτεύοντα σημαίνοντα στοιχεία.
Δεν παραμένει κεντρικά - παρά μόνο σπάνια - στο ηθογραφικό πλαίσιο, αλλά με
αφορμή αυτό απλώνει τις σκέψεις, τους προβληματισμούς του, τη δραματική εξέλιξη
των γεγονότων, κυκλικά προς πολλές κατευθύνσεις, εντοπίζοντας και επισημαίνοντας
κάποτε, προβληματίζοντάς μας έντονα άλλοτε πάλι με τα κοινωνικά και ψυχογραφικά
δεδομένα που μας εκπέμπει ο ανάμικτος με την ποιητική φαντασία και προέκταση
ρεαλιστικός του λόγος.
Το «Όνειρο στο κύμα», τα «Ρόδινα ακρογιάλια» και «Η Φόνισσα» είναι σίγουρα
κλασικά αρι¬στουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνικής παραγωγής. Έπλασε τον
άνθρωπο με τη ζωή, τα πάθια και τους καημούς του με το πάθος, δημιούργησε τύπους
καλοχτισμένους που αντέχουν στο χρόνο.
Στη γραφίδα του Παπαδιαμάντη εξαντλείται όλη η ελληνική γλώσσα. Ο Παπαδιαμάντης
δεν είναι ένας αθόρυβος επισκέπτης μιας εποχής που έφυγε και δεν τον
αντιληφθήκαμε. Είναι ένας άνεμος δημιουργίας, μια υψωμένη γροθιά ενάντια στο
κατεστημένο της κοινωνικοπολιτικής και κάθε άλλης ολιγαρχίας που καταπνίγει την
φτωχολογιά και την πιέζει ποικιλοτρόπως. Είναι ένας Έλληνας λογοτέχνης,
ιδιόρρυθμα δυσανάλογος σε σύγκριση με τους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής του
[ και όχι μόνο θα έλεγα ], που ξεπέρασε τα χρονοτοπικά σύνορα στα οποία έδρασε,
κι άγγιξε κάθε άνθρωπο, γιατί στον κάθε άνθρωπο είδε την προέκταση του ίδιου του
εαυτού του, του κάθε ανίσχυρου, του κάθε λαού, του κάθε ανθρώπου που στέκεται
αδύναμος μπροστά στα δυσθεόρατα τείχη των προβλημάτων, την υπαρκτή αναξιοκρατία
και τις κραυγαλέες κοινωνικές αδικίες.
Όταν διαβάζω τον Παπαδιαμάντη, είπε κάποτε ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, μια ιδέα μου
έρχεται πάντα στο νου: πως ο αληθινός ποιητής, όπως κι αν την εύρει τη ζωή,
πάντα ποιητής θα μείνει. Νάτος αυτός. Όλα γύρω του άθλια και λερωμένα. Και όμως
κάθε τι, που θα γεννήσει η ψυχή του είναι γεμάτο αγνότη και λαμπρότητα και
ποίηση". 13
Καταβρόχθιζε από γύρω του ό,τι συνελάμβαναν τα νυσταλαία και χαμηλόβλεπα μάτια
του. Εικόνες, πονεμένες ιστορίες, μάτια δακρυσμένα, τις στιγμές του ξενιτεμού,
τα προσωπικά δράματα στις φτωχογειτονίτσες, τις στιγμές της μεγάλης φτώχειας των
συνανθρώπων του, της φτώχειας που υπήρξε πάντοτε και γι’ αυτόν η μοναδική και
αχώριστη σύντροφος της ζωής του. Τα ονειροπόλα μάτια του αχόρταγα ρούφαγαν τους
χώρους και τις κινήσεις των ανθρώπων, όπου και αν βρισκόταν, στους δρόμους, στις
εκκλησίτσες, στο καφενεδάκι της Δεξαμενής, στο φτωχικό του δώμα. Και σαν το
μεταξοσκώληκα, έβγαζε τις λίγες μικροχαρές, τα εσώτερα του βασανίσματα και τον
τεράστιο πόνο του, μέσα από τα σωθικά του, μέσα από τη μαγική γραφίδα του. Και
μας παρέδωσε έναν μοναδικό θησαυρό, τα λογοτεχνήματά του, την ψυχή του με την
μορφή θαυμάσιων ελληνικών γραμμάτων, αλλά και την ψυχή της Ελλάδας όπως αυτή
βαριανάσαινε πίσω από τις ξύλινες πορτούλες στα φτωχικά σοκάκια της Πλάκας.
Υπέροχο έργο διαχρονικής δημιουργίας. Ο Παπαδιαμάντης έζησε στην Ελλάδα κι
άφησε, χωρίς να το επιδιώξει, τα τεράστια χνάρια του πάνω στο σώμα της
πνευματικής Ελλάδας. «Η ποιητική νοημοσύνη του Παπαδιαμάντη, διατρέχει τις
σελίδες του, συνεγείρει και μαγνητίζει τις λέξεις, τις υποχρεώνει να συναντηθούν
σε μία φράση, όπως ο αέρας τα λουλούδια σ' έναν αγρό». 14 Αξίζει να τον
διαβάζουμε και να τον μνημονεύουμε στην κάθε πρέπουσα περίσταση.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1 Εφημερίδα «ΑΣΤΥ», 26/27 Μαρτίου 1893
2 Βλέπε στο περιοδικό «ΔΙΑΒΑΖΩ», διπλό τεύχος, αρ. 165, σελ. 106-108, στην
εργασία της Ελένης Δαμβουνέλη, Στοιχεία γενικής παιδείας και γλωσσομάθειας του
Παπαδιαμάντη.
3 Βλέπε στα Άπαντα Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Η ζωή και το έργο του, τόμος Α, σελ.
9-102, εκδόσεις ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΟΣ. Ακόμα Γ. Βαλέτα, Ο άνθρωπος και η εποχή του, ΝΕΑ
ΕΣΤΙΑ, τεύχος 355, Χριστούγεννα 1941. Τέλος, Γ. Βαλέτα Παπαδιαμάντης, Η ζωή, το
έργο, η εποχή του, εκδ. ΒΙΒΛΟΣ, 1955, σελ. 47 και 606 -612.
4 Κώστας Βάρναλης, Ζωντανοί άνθρωποι, σελ. 7-8, 1939
5 Κώστας Βάρναλης, Απομνημονεύματα, σελ.76 - 77
6 Δ.Ψαθάς, Η πλατεία που κινδυνεύει. Όταν η Δεξαμενή συνεκέντρωνε τους λογίους,
εφ. Ελεύθερον Βήμα, 31.10.1936
7 Κ. Βάρναλης, Άνθρωποι, εκδ. Κέδρος, σελ. 12 – 13, Αθήνα 1983
8 Παύλος Νιρβάνας, Άπαντα, τόμος Γ΄
9 Δ. Ψαθάς, Η πλατεία που κινδυνεύει, ό.π.
10 Βλέπε Κ. Στεριόπουλου, Ο Παπαδιαμάντης σήμερα. Διαίρεση και χαρακτηριστικά
της πεζογραφίας του, Είκοσι κείμενα για τη ζωή και το έργο του, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΝ
ΦΙΛΩΝ, σελ. 260 και 267-268.
11 Ν. Βασιλειάδη, Εικόνες Κωνσταντινουπόλεως και Αθηνών, Αθήνα 1910, ΕΣΤΙΑ
12 Θ. Βελλιανίτης στην εφημερίδα «ΑΘΗΝΑΙ» στις 19 Μαρτίου 1917.
13 Γ. Δροσίνης στην εφημερίδα «ΗΧΩ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» στις 14 Μαρτίου 1935
14 Αντώνη Γελατσορα, 1911-1991: Ογδόντα χρόνια χωρίς τον κυρ Αλέξανδρο των
Νεοελληνικών μας Γραμμάτων, περιοδικό «ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΚΟΣ
ΣΤΑΘΜΟΣ», τεύχος 1, σελ. 110-114, Αθήνα 1992
15 Ανδρέας Καρκαβίτσας στη «ΝΕΑ ΖΩΗ» Αλεξανδρείας,, Δ', 1908, σελ. 822
16 Οδυσσέα Ελύτη, Η μαγεία στον Παπαδιαμάντη, εκδόσεις ΕΡΜΕΙΑΣ, χ.χ.
ΑΝΤΩΝΗΣ Β. ΓΕΛΑΤΣΟΡΑΣ