Η ΑΓΓΕΛΑ ΜΕ ΤΑ ΠΡΑΣΙΝΑ ΜΑΤΙΑ

Η Ελένη ήταν καθισμένη κοντά στο παράθυρο και κοίταζε με βλέμμα απλανές έξω στον κήπο. Η ζέστη εκείνη την μεσημεριανή ώρα του Ιούλη ήταν υγρή και ανυπόφορη. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στο μεγάλο δένδρο του κήπου που κάποια κλαδιά του έφταναν μέχρι το παράθυρο, έτσι απλωμένα που θαρρείς και ζητούσαν τη σκιά του δωματίου, να γλιτώσουν το λιοπύρι που έξω έκαιγε ακόμα και τις πέτρες. Τα τζιτζίκια τρελαμένα ξεσήκωναν τον κόσμο καρφωμένα στα τεράστια χοντρόκλαδα του ελαιώνα που ξεκίναγε έξω από την κλινική. Τα μαραμένα μάτια της Ελένης έμοιαζαν εκείνη την ώρα νυσταγμένα, εντύπωση που σού ’διναν βλέποντάς τα από μακριά, ήταν όμως βουρκωμένα, ήταν ταραγμένα, ήταν ανήσυχα, ήταν βυθισμένα μέσα σε κάποιον εφιάλτη. Ξαφνικά ένα στιγμιαίο αέρινο χάδι άγγιξε τα γκρίζα τα μαλλιά της, εκείνη ανοιγόκλεισε τα μάτια της, κούνησε κάποιο δάχτυλο του χεριού της, φάνηκε σαν να ξέφυγε από τον κόσμο των σκέψεών της. Στο δωμάτιο είχε μπει η Αγγελική, την πλησίασε, την άγγιξε στοργικά στους ώμους, της χάϊδεψε πονετικά τα μαλλιά και της έδωσε ένα γλυκό και τρυφερό φιλί στο μάγουλο. Η Ελένη συνήλθε στη θέα της κοπέλας. Έκανε σαν μόλις να είχε ξυπνήσει. Καθισμένη όπως ήταν την άρπαξε στην αγγαλιά της.

- Μού έλειψες, της είπε, μου έλειψες πολύ, Αγγέλα μου, της ξανάπε.
- Πώς είσαι σήμερα, τη ρώτησε η Αγγελική, καθώς της σκούπιζε το μέτωπό της από τον ιδρώτα.
- Νοιώθω πολύ κουρασμένη, κοριτσάκι μου, της έκανε η Ελένη. Κι έχω και τα μποστάνια να ποτίσω. Έχω πολλή δουλειά να κάνω. Περιμένω και το Δημήτρη να ’ρθει με το Σταμάτη. Πότε επιτέλους θα ’ρθουν  Με έχει φάει η αγωνία.

Η άλλη δεν της απάντησε. Η Ελένη συνέχισε.
- Έχεις παιδιά  Όχι, όπως μου ’ χεις πει. Ξέρεις πόση αγωνία έχει για να τα μεγαλώσεις και να τα σπουδάσεις Δεν ξέρεις, απάντησε η ίδια στον εαυτό της, χαϊδεύοντας συγχρόνως απαλά τα μακριά πυρόξανθα μαλλιά της Αγγελικής.
Έπειτα συνέχισε, παίρνοντας μια βιαστική ανάσα.
Ο μικρός μου Δημήτρης από μικρός δούλευε μαζί μας στα χωράφια. Είχε έφεση στα γράμματα. Κι εγώ είχα στα νιάτα μου. Είχα τελειώσει το Γυμνάσιο με άριστα. Δεν προχώρησα όμως. Δεν μπορούσαν να με σπουδάσουν οι γονείς μου. Φτώχεια, παιδάκι μου, μεγάλη φτώχεια. Ο Δημήτρης μου ήθελε να σπουδάσει. Δεν μπορούσαμε να του το στερήσουμε. Στύψαμε τη ζωή μας, δουλέψαμε πάρα πολύ και σκληρά, τον στείλαμε στα φροντιστήρια. Άξιζε όμως τον κόπο. Προκομμένο παιδί. Πέρασε στο Πανεπιστήμιο. Πήγε στην Αθήνα και σπούδασε Πληροφορική. Ο καλύτερος πάντα στο Γυμνάσιο και το Λύκειο. Ο καλύτερος και στο Πανεπιστήμιο. Και μετά  Μετά πήρε υποτροφία για μεταπτυχιακά, στην Αγγλία. Να σπουδάσει ειδίκευση στις τηλεπικοινωνίες. Τέλειωσε, και όπως πάντα ο πρώτος των πρώτων. Ο Σταμάτης μου πήγε για να μείνει μαζί του για μια βδομάδα, προτού επιστρέψει οριστικά ο Δημήτρης στην Ελλάδα.
- Έλα, ρε μάνα, έλα, ρε πατέρα, να δεις και έναν άλλο τόπο. Να δεις άλλους ανθρώπους, άλλες συνήθειες, έναν άλλο λαό πώς είναι. Έχει χώρο να μείνετε. Έφυγε ο συγκάτοικός μου και είναι άδειο το δωμάτιό του. Ελάτε, μας έλεγε τον τελευταίο καιρό.
Στην Αθήνα πήγαινα και τον έβλεπα συνέχεια, κοριτσάκι μου. Έπαιρνα το υπεραστικό και πήγαινα. Στο Λονδίνο δεν το μπόρεσα. Φοβήθηκα. Πάντα φοβόμουν από μικρό κοριτσάκι τα αεροπλάνα. Όποτε έβλεπα αεροπλάνο να πετάει κάπως χαμηλά, πάντα έτρεχα στο υπόγειο του σπιτιού και κρυβόμουν με κομμένη την ανάσα μέχρι που να μην ακούγεται ο ήχος από το πέταγμά του. Φοβήθηκα. Δεν πήγα. Πήγε ο Σταμάτης μου. Πήγε να μου φέρει το αγόρι μου. Θα ’ρθουν. Όπου νά ’ναι θά ’ρθουν.
Τα μάτια της ξαφνικά σκοτείνιασαν φοβισμένα. Σαν να είχε ξεχάσει τι έλεγε τόση ώρα, τα χείλια της τρεμόπαιζαν.

- Αυτά τα τζιτζίκια. Σε τρελαίνουν. Σου τρυπάνε το μυαλό, έκανε και έσφιξε με λύσσα τα μελίγγια με τις παλάμες της. Διώξ’ τα, Αγγέλα μου, σε παρακαλώ. Διώξ’ τα απ’ τα δέντρα. Δεν αντέχω άλλο να τα ακούω. Και πρέπει να πάω και στα χωράφια. Έχω τόσες δουλειές να κάνω.
- Ξεκουράσου, κοιμήσου λιγάκι, της είπε η Αγγελική απαλά. Δεν χρειάζεται να πας στα περιβόλια. Είναι κακή ώρα. Κάνει πολλή ζέστη.
- Όχι, όχι, κοριτσάκι μου. Πρέπει να σηκωθώ, να πάω στο περιβόλι. Να μαζέψω φασολάκια, κολοκυθάκια και ντομάτες χωρίς λιπάσματα, ολόφρεσκα, όπως αρέσουν στο Δημήτρη μου.

Έκανε να σηκωθεί, αλλά αμέσως σωριάστηκε σα μολύβι στην πολυθρόνα.
- Αχ, Αγγέλα μου, διώξε τα αυτά τα τζιτζίκια, της έκανε με απόγνωση, δείχνοντας τα δέντρα έξω από το παράθυρο.
- Ηρέμησε, Ελένη μου, σε παρακαλώ, την εκλιπαρούσε η Αγγελική, καθώς της σκούπιζε το μουσκεμένο από τα
ξαφνικά ποτάμια του ιδρώτα πρόσωπό της. Να σου φέρω μια φρέσκια παγωμένη πορτοκαλάδα.
- Το Δημήτρη μου θέλω και το Σταμάτη μου. Αυτό θέλω, να τους πάρεις τηλέφωνο να έρθουν τώρα αμέσως, είπε η Ελένη ανάμεσα σε τρομερούς λυγμούς γεμάτους σπαραγμό.
- Θα το κάνω, μην στεναχωριέσαι τώρα. Έλα, πιες αυτό το χαπάκι που σου έδωσε ο γιατρός. Θα σε ηρεμήσει και θα μπορέσεις να κοιμηθείς και λιγάκι.
Η Ελένη υπάκουσε στην προτροπή της Αγγελικής. Ήπιε το χάπι, βυθίστηκε στην πολυθρόνα, έκλεισε τα μάτια.
- Αχ, κοριτσάκι μου, τι καλό παιδί που είσαι, άκουσε η Αγγελική καθώς απομακρυνόταν.

Η Ελένη ψιθυριστά συνέχιζε να ζητάει τον άντρα και το παιδί της, καθώς παραδιδόταν στους κόσμους του ύπνου.
Είχε φτάσει στην πόρτα η Αγγελική όταν έπεσε σχεδόν πάνω στο νεοφερμένο που είχε μπει σα γάτα μέσα στο χώρο.

- Πώς τα πάει η Ελένη, δεσποινίς μου  ρώτησε με αγωνία και η απογοήτευση ήταν έκδηλη στο πρόσωπό του όταν εκείνη του απάντησε ότι ούτε τα ηρεμιστικά την πιάνουν, ούτε βλέπει κάποια έστω και ελάχιστη βελτίωση στους τυφώνες που ανεμίζουν ανεξέλεγκτα στο μυαλό και την ψυχή της Ελένης.
- Εξακολουθεί και είναι εκτός πραγματικότητας, γιατρέ μου. Φοβάμαι, νομίζω πως θα πρέπει να μεταφερθεί σε κάποια σύγχρονη μονάδα για ψυχολογική παρακολούθηση και ψυχιατρική υποστήριξη. Εσείς τι λέτε, γιατρέ μου.
Εκείνος δεν έδωσε απάντηση στο ερώτημά της. Φανερά στεναχωρημένος κοιτάζοντας με συμπόνοια την Ελένη, ψιθύρισε. Καημένη Ελένη. Φουκαρά μου Σταμάτη. Άτυχοι. Άτυχοι. Μια ζωή στη βιοπάλη. Μια ζωή σκληρή δουλειά να σπουδάσουν το μοναχογιό τους. Κι όταν επιτέλους το όνειρο είχε γίνει πραγματικότητα, τότε ήρθε το κακό. Ένας χαλασμένος κινητήρας στο αεροπλάνο της επιστροφής, στο αεροπλάνο που έφερνε τον πρώτο των πρώτων, το καμάρι της Εθνικής Εταιρείας Τηλεπικοινωνιών, και όλα έγιναν κομμάτια. Δεν την άντεξε την φοβερή είδηση η φουκαριάρα. Και ποιος άνθρωπος θα μπορούσε να την αντέξει. Αύριο φέρνουν τη σωρό τους για ταφή. Έλα, Αγγελική μου, έλα, πήγαινε κι εσύ να ξεκουραστείς. Η Ελένη κοιμάται βαθιά τώρα. Πήγαινε να φας κάτι. Άντε, κοπέλα μου. Πρέπει να έχεις δυνάμεις. Είναι φοβερή μέρα η αυριανή, για όλους μας εδώ στην πόλη, και ιδιαίτερα για σένα, της έκανε με φωνή γεμάτη στοργή και πόνο συγχρόνως καθώς έφευγε με σκυμμένο το κεφάλι.
Η Αγγελική κάθισε για λίγο μόνη στο δωμάτιο, σκούπισε πάλι το ιδρωμένο μέτωπο της Ελένης, και σιγά σιγά προχώρησε προς την πόρτα. Καθώς την έκλεινε, είχε την αίσθηση πως η Ελένη μουρμούριζε αδύναμα φωνάζοντας πατέρα και γιο. Κοντοστάθηκε. Αφουγκράστηκε για άλλη μια φορά τις σκέψεις της Ελένης. Σκούπισε ένα δάκρυ της και έκλεισε της πόρτα.
Προχώρησε αργά και κουρασμένα, γέρικα θα ’λεγες, προς την καντίνα του Νοσοκομείου. Ο καθαρός αέρας φάνηκε να την αναζωογονεί. Παράγγειλε ένα τοστ και έναν πικρό φραπέ. Ο φραπές κατέφθασε σε δύο λεπτά. Δοκιμάζει μια γουλιά καφέ. Ανάβει και ένα τσιγάρο. Το μυαλό της συνέχεια στην Ελένη.
“Τι καλό κορίτσι που είσαι, βρε Αγγέλα μου. Κανείς ποτέ μου δεν μου φέρθηκε με τόση τρυφερότητα. Να ’χεις την ευχή μου. Να σε χαίρονται οι γονείς σου, κοριτσάκι μου, που έχουν μια τέτοια ψυχούλα για κόρη τους. Αγγέλα είσαι στην ψυχή, Αγγέλα και στο προσωπάκι, της είχε πει το πρωί και την είχε αναστατώσει αφάνταστα.”
Τα κύματα που την πίεζαν εδώ και μέρες, βγήκαν εκτός ελέγχου, άρχισαν αλληλοσπαρασσόμενα να συναγωνίζονται ποιο θα πρωτοφτάσει στην τελική ευθεία. Παρέλυσαν το κορμί της, στάθμευσαν όλα μαζί στο λαιμό της, δημιουργώντας της ένα αποπνιχτικό σφίξιμο, μια τεράστια θηλιά που της έκοβε την ανάσα, έναν άκαρδο κόμπο που της κουλούριαζε τα σωθικά.
Κάποτε πίστεψε ότι είχε ζήσει δυσκολίες και πίκρες φοβερές. Ανάμεσα στα συναισθήματα εκείνων των μεγάλων πικρών στιγμών και όλα ετούτα τα τρομερά που τώρα ζούσε, τα μεγέθη ωχριούσαν. Αυτά εδώ τα τωρινά είχαν ταρακουνήσει κάθε κύτταρο στο κορμί και την ψυχή της. Η Αγγελική δεν υπήρξε ποτέ ούτε φανατική χριστιανή ούτε γενικότερα θρησκευόμενη. Στις σπανίως ήσυχες ώρες της ατέλειωτης βραδινής εφημερίας στο νοσοκομείο είχε αναρωτηθεί, αν υπάρχει ζωή μετά θάνατο· αν οι ασθενείς της νοιώθουν κάτι ενώ βρίσκονται σε κώμα, αν την βλέπουν ή την αισθάνονται ή θέλουν να της μιλήσουν, λίγο μετά ή και πολύ αργότερα από τον επίσημο, ιατρικώς ανακοινωθέντα, εγκεφαλικό θάνατο τους· αν υπάρχουν, αν πηγαίνουν στην Κόλαση ή στον Παράδεισο ή αν οδηγούνται στη λήθη και την οριστική ανυπαρξία. Και είχε δώσει αβέβαιη προς το αρνητικό απάντηση. Αυτές όμως τις στιγμές που ζούσε τώρα, κάτι μέσα της είχε αλλάξει. Ήξερε πως ζούσε στην Κόλαση, υπήρχε Κόλαση εδώ στη Γη και τη ζούσε. Το ήξερε, το ένοιωθε, το πίστευε πλέον με σιγουριά. Όπως ήξερε με σιγουριά ότι οι αγαπημένοι της την παρακολουθούσαν στο δράμα της και της έδιναν κουράγιο.
- Έτοιμο και καλοψημένο, γιατρέ μου, έτσι όπως σου αρέσει, άκουσε την κυρία Μαρίκα του κυλικείου, καθώς ακούμπαγε το λιτό σάντουίτς στο τραπέζι της. Της χαμογέλασε με το ζόρι, δείγμα πως την ευχαρίστησε για την ταχύτατη εξυπηρέτησή της. Δεν είχε όμως όρεξη να φάει ούτε μια μπουκιά, παρόλο που ήταν νηστικιά εδώ και δύο μέρες. Ήπιε ξανά μια τεράστια γουλιά καφέ. Άναψε και δεύτερο τσιγάρο. Δυο δάκρυα φάνηκαν να γεννιούνται στις άκρες των ματιών της.
- Αχ, μανούλα μου, δυστυχισμένη, ψιθύρισε, κλείνοντας με απελπισία και μια απόγνωση χωρίς αρχή και τέλος τα δυο υπέροχα καταπράσινα μάτια της, για να αποφύγει πρόσκαιρα τον πόνο και τη δυστυχία που ανέβαινε ορμητικά προς τον λαιμό της, σαν γίγαντας ποταμός που ξεχείλισε από τα βάθη της τρυφερής της ψυχής. Φτωχέ μου, πατέρα. Φτωχέ μου, Δημήτρη…

ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΛΑΤΣΟΡΑΣ