Ο ΦΤΑΙΧΤΗΣ
στον παππού μου
Αυτή η υγρή απ' το σαράκι του αέρα και τα παλιά δάκρυα φωτογραφία, υ¬πήρξε
σήμερα η αιτία, που ξετύλιξε και πάλι πίσω απ' τα μάτια του γερο-Στάμου, εικόνες
μακρινές χωρίς ονόματα, περιστατικά ξεθωριασμένα, λέξεις αχνές και ψίθυ¬ρους,
κάποιων χρόνων παλιωμένων, εκτροχιασμένων μέσα στις χαράδρες του μυα¬λού του,
πίσω από τις ξεχασμένες γειτονιές με τα κελιά των αναμνήσεων μες στα οποία
χρόνια τώρα φιλοξενούνται στριμωγμένες οι πονεμένες πληγές της ζωής του.
Δυο δάκρυα καυτά τινάχτηκαν ορμητικά, αυλακώνοντας τα μάγουλά του, και
σταθμεύοντας προσωρινά στις χιλιοζωρισμένες ριτίδες των χειλιών του, δάκρυα που
σκάσανε με γδούπο εκκωφαντικό πάνω στο παλιό ξύλινο πάτωμα του μισοσκότεινου
δωματίου. Δυο τόσες δα σταγονίτσες, βγαλμένες απ' τα έγκατα της ψυχής του,
βουτηγμένες μέσα σε αναμνήσεις από πικρή χολή, από εκείνες που πολύ συχνά ο
χρόνος αυθαίρετα τις ψιχάλιζε μες στην ψυχή του γέρου, μ' ένα ρυθμό που όταν
αρχίναγε, ποτέ του δεν το' λέγε να τελειώσει.
« Παιδιά μου, παιδιά μου », μουρμουρίζει διαρκώς, καθώς το βλέμμα του βυθί¬ζεται
στα έγκατα του παρελθόντος.
Αυτή η φωτογραφία γινόταν πάντοτε η αιτία να ανοίγουν οι πειραγμένες της ψυχής
του οι πληγές. Αυτή την φωτογραφία κρατούσε τώρα ο Στάμος στα ξερά , ρο¬ζιασμένα
του χέρια. Το θολό του βλέμμα ψάχνει, ψάχνει σαν μέσα οπό υγρόθαμπα τζάμια, να
σκιαγράψει, να ζωντανέψει μέσα του τις αχνές ασπρόμαυρες φιγούρες της
φωτογραφίας, ενός άνδρα γύρω στα είκοσι πέντε και μιας κοπέλας δίπλα του που
στέκεται αγκαλιά του, με μακριά μαλλιά και χαμόγελο αγγελικό. Το βλέμμα του
ε¬ρευνά με λαχτάρα τους παλιούς καιρούς και τα πρόσωπα του παλιωμένου χαρτιού,
που χρόνια τώρα ακροβατούνε επικίνδυνα κάτω στα βαθιά της καρδιάς του,
δηλητη¬ριάζοντας την αναπνοή και τον ύπνο του. Κι απ' την άλλη όμως να τα
εξοστρακίσει επιθυμεί όλα τούτα μακριά του, πιο πέρα κι απ' τις δίδυμες πύλες
του μύθου που οδηγούν στην ευτυχία και τον ανθρώπινο πόνο.Εκείνο το απόγευμα
ξύπνησε ιδρωμένος, μούσκεμα στην κυριολεξία. Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει. Τα
μάτια του τρέχανε ασταμάτητα. Το όνειρο του ήταν τόσο ζωντανό !!
« Όχι, όχι », φώναζε , την ώρα που ξυπνούσε απ' τον τακτικό του εφιάλτη, την ώρα
που επέστρεφε απ' την κόλαση στον επίγειο παράδεισο των θνητών. Έκανε να κατέβει
, να κινηθεί. Νιώθει ακίνητος, νιώθει παράλυτος, νιώθει νεκρός.
Ακίνητος. Παράλυτος. Δεν νιώθει τίποτα. Ακόμα να το συνειδητοποιήσει, χρόνια
τώ¬ρα. Με κομμένο το ένα πόδι. Με σακατεμένο το άλλο. Από τότε ! Από εκείνο το
γεγονός που του σημάδεψε για πάντα την μετέπειτα ζωή του.
’ναψε τη λάμπα πετρελαίου. Ο τσίγκος στο ταβάνι της οροφής χτυπάει σα
λυσσασμένος απ' τη χειμωνιάτικη μπόρα. Λες και γίγαντες να πολιορκούν το μικρό
του καταφύγιο, θέλοντας να τον κατασπαράξουν. Σε λίγο το νερό θα στάζει μες στην
καλύβα από παντού.
« Ανάθεμα, ανάθεμα ! », μουρμουρίζει διαρκώς.
Απ' τη γωνιά της οροφής ένας μικρός χείμαρρος από λασπόνερα έκανε την εμφάνιση
του σαν φίδι που έρπει το γλυστερό του σώμα πάνω στον άσπρο τοίχο. Σε λίγο το
νερό είχε δημιουργήσει πραγματική λίμνη κοντά στο ντιβάνι του.
« Κατάρα!!! », ουρλιάζει τώρα με οργή και τρίβει τα σακατεμένα του ποδάρια. Η
παρά¬γκα μπάζει υγρασία. Όλος ο αέρας της παράγκας μυρίζει παγωμένη υγρασία που
απλώνεται παντού και νοτίζει τα πάντα. Η υγρασία που του πονάει τα τραύματα και
του θυμίζει το παρελθόν. Αχ, και τι δεν θα έδινε να ξαναγίνει νέος και να
διαλέξει να ζήσει ένα άλλο παρελθόν !
Μόνος με τον πάγκο του , μ ένα κομμάτι μάρμαρο, μια φαλτσέτα , δύο τανάλιες,
ένα κουτί πρόκες σε διάφορα μεγέθη, μια κούτα γεμάτη καλαπόδια παιδικά , δύο
βελόνες, ένα σουβλί, κερωμένος σπάγγος, ένα ρολό από επεξεργασμένο σολόδερμα,
και παραδίπλα στον μπάγκο τρία κουτιά βενζινόκολλες και οι χειροποίητες
αλευρόκολλες. Φτιάχνει παιδικό παπούτσι. Για τα παιδιά της γειτονιάς. Για τα
παιδιά της περιοχής. Για τα εγγό¬νια που δε γνώρισε, που δε τα χάιδεψε. Όταν δεν
ξαπλώνει στο εφιαλτικό του κρεβάτι, τον βρίσκεις στον μπάγκο του να σκαλίζει, να
καρφώνει, να σχεδιάζει. Απέναντι του στέ¬κονται όλοι οι πεθαμένοι που ακόμα
θυμόταν, αναπαυμένοι μέσα σε κάδρα φωτογραφί¬ας. Και στο πιο ευδιάκριτο σημείο η
μεγίστη της πατρίδος η διάκριση. Ένας έπαινος και παραδίπλα του το σιδηρούν
παράσημο ηρωισμού.
Πλησίασε στην ντουλάπα. Στα δεξιά της, τρεις παλιές φωτογραφίες ασπρόμαυ¬ρες,
ξεφτισμένες απ' τον καιρό και τη σκόνη. Στο καλύτερο σημείο ανάμεσά τους το
παράσημο. Το πιάνει στα χέρια του. Το επεξεργάζεται με ένα πάθος και μια
ιεροτελε¬στία που έχει αυθόρμητα επαναλάβει δεκάδες φορές. Που άλλοτε νιώθει την
περηφάνεια να φου¬σκώνει τα άρρωστα πνευμόνια του, κι άλλοτε πάλι η οργή του
γίνεται τεράστια μαύρα σύννεφα γεμάτα μαυρίλα και συμφορά , μια τεράστια
εγκυμονούσα νεροποντή, έ¬τοιμη να απλωθεί κυριεύοντας τις στεριές της γης. Το
αγγίζει! Το χαϊδεύει με τα τρε¬μουλιαστά χέρια του !
«Αχ, βρε καημένο, πάλιωσες κι εσύ μαζί μου», του ψιθυρίζει γεμάτος με παράπο¬νο.
Το σφίξει μες τον κόρφο του, κι ας πονάει το άγγισμά του, σαν λεπίδι κοφτερό που
ανελέητα ξύνει τις πληγιασμένες του αναμνήσεις. Κλαίει απάνω του, όπως κλαίμε
καμιά φορά τους αγαπημένους νεκρούς, πριν από το τελευταίο τους ταξίδι.
Το ξανα¬διαβάζει για πολλοστή φορά μουρμουριστά.. Εν Αθήναις τη 12 Αυγούστου
194...
Το υπέγραφε ο ίδιος ο αρχιστράτηγος , του το είχε επιδώσει ιδιοχείρως ο ίδιος ο
διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων, τον είχαν φωτογραφίσει όλες οι εφημερίδες του
κόσμου, για την αντιστα¬σιακή του δράση είχε μιλήσει με θαυμασμό όλος ο κόσμος,
τον είχε αναφέρει και ο ίδιος ο αρχιστράτηγος ως υπόδειγμα πατριώτη και ήρωα. Ο
καπετάν Στάμος είναι ένας ήρωας και πατριώτης, είχε δηλώσει στον τύπο , μετά τον
πόλεμο, ο υπουργός τη μέρα μιας άλλης παρασημοφόρησης του. Σε τέτοιους ήρωες η
πατρίς χρωστά ευγνωμοσύνη, η πατρίς οφείλει να τους κάνει οράματα, ιδανικά,
πρότυπα για την νεολαία της, η πατρίς θα αναλάβει την ευπρεπή συντήρηση του ήρωα
και της οικογένειας του, είχε πει τελειώνοντας την ομιλία του ο υπουργός. Ακόμα
έχει την εφημερίδα της εποχής, κορνιζαρισμένη λίγο πιο πάνω απ ' το παράσημο.
Και λίγο παραδίπλα τους δεσπόζει η γαλανόλευκη, λεκιασμένη σε πολλά σημεία από
τα αίματα των πληγωμένων σημαιοφόρων της πρώτης γραμμής του μετώπου, όπου είχε
υπηρετήσει ως υπολοχαγός και που την κράτησε ως φυλα¬χτό στα χρόνια της
Αντίστασης, τότε που τον φώναζαν « Ο καπετάνιος » .
Τότε που κάποια μέρα ήταν μεσημέρι... Τότε. Εκείνη την μέρα που καλύτερα να του
έχωνες το μαχαίρι στο λαρύγγι, παρά που το άκουσε, αυτό, έστω και από τον
κα¬λύτερο φίλο του. Έπεσε χάμω στο χώμα και έμεινε ακίνητος, νεκρός με τα μάτια
ακίνητα, μ' ένα βλέμμα πιο άδειο κι απ' το κενό και μια έκφραση που σε τρόμαζε
να αντικρύσεις.
« Και τώρα τι κάνω ; », μουρμούριζε διαρκώς απελπισμένος και η ψυχή του θαρρείς
πως άδειαζε στα αναφιλητά που επακολουθούσαν. Η συμφορά του υπήρξε διπλή, άπονη
και άδικη για έναν τέτοιο άνθρωπο που αγάπησε την ελευθερία όσο κανείς από τους
ζω¬ντανούς. Εκείνη την αποφράδα στιγμή της ζωής του ήρθαν και τον ειδοποιήσαν
ότι στη Μαιρούλα, την μονάκριβη κόρη του, είχαν αρχίσει οι πόνοι του τοκετού, μα
συγχρόνως ότι οι Γερμανοί είχαν εξολοθρέψει το μισό πληθυσμό της περιοχής,
ψάχνοντας να βρούνε τον ασύρματο της τοπικής αντίστασης. Α¬νάμεσα τους είχαν
σκοτώσει δύο φίλους του και τον υπαρχηγό της οργάνωσης, τον Κω¬στή, ένα από τα
πρώτα ιδρυτικά της μέλη, που για την λεβεντιά και τον τίμιο χαρακτήρα του, την
είχε δώσει κάμποσους μήνες πριν, την ευχή του και τον πάντρεψε με την Μαιρούλα
του. Κατέβηκε σαν τρελλός και την είδε. Πώς να της πει να κάνει κουράγιο μεγάλο
και τεράστιο για τον Κωστή, πώς να της πει σε μια τέτοια κρίσιμη ώρα να
περιμένει, ώσπου να βρει μια μαμή, αφού οι γιατροί ανύπαρκτοι και ο τελευταίος
της οργάνωσης στον οποίο και υπολόγιζε, μόλις είχε σκοτωθεί προλίγου στα μπλόκα
των τυράννων και βρισκόταν τώρα δύο μέτρα κάτω απ' το χώμα της μαύρης γης. Πότε
θα της το πει, πότε, ότι περπατούσε απελπισμένος μες στη βροχή με την ψυχή στο
στόμα, βουτηγμένος μες στη λάσπη , πηγαίνοντας στο άλλο χωριό, να βρει έστω μια
πρακτική νοσοκόμα , όταν η πατρίς τον κάλεσε, η πατρίδα κάλεσε εκείνον τον
αρχηγό, τον καπετάνιο, σε ένα σημαντικότατο σαμποτάζ απ' το οποίο εξαρτιόταν η
ζωή τουλάχιστον ογδόντα συλληφθέντων πατριωτών της οργάνωσης « Ελευθερία ή
Θά¬νατος », της οργάνωσης στην οποία ήταν ο αργηγός. Αυτός ήταν ο αρχηγός, ο
καπετά¬νιος, το πρότυπο, το παράδειγμα, αυτός που έπρεπε να αυτοπροσώπως να
διευθύνει την απροσδόκητα αποφασισμένη εκείνη αποστολή αυτοκτονίας.
- « Το γιατρό , πατέρα », του φώναζε σπαραχτικά , κι αυτή η κραυγή από τότε έχει
σφη¬νωθεί μες στα μελίγγια του και τον συνοδεύει στους καθημερινούς του
εφιάλτες.
Το σαμποτάζ πέτυχε. Οι πατριώτες σώθηκαν. Ο ίδιος τραυματίστηκε πολύ βαριά.
Εκείνην την ξαναείδε πεθαμένη απ' την αιμορραγία. Είχε γεννήσει, με τη βοήθεια
μιας γειτόνισσας, ένα κοριτσάκι και στη μνήμη του ονόματος της το βάφτισε
Μαι¬ρούλα. Η πατρίδα που σώζει και προστατεύει, σ' αυτόνε μόνο φαρμάκι του έδωσε
να πιει. Και βέβαια και παράσημα και τις πιο υψηλές διακρίσεις. Μα η μικρούλα
του εγγονή πέθανε λίγο αργότερα από ψηλό πυρετό ένα βράδυ, και τότε ήταν που
κόντεψε να τρελλαθεί απ' το νέο τυφλό χτύπημα της μοίρας.
Φόρεσε το ψεύτικο πόδι, σηκώθηκε αργά, περήφανα, που αν δεν το ήξερες, θαρρούσες
πως ήταν απλώς ένας τραυματίας. Πήρε το παράσημο στα χέρια του, το γυάλισε, το
καμάρωσε, το διάβασε ξανά, έκλαψε πάλι ώσπου εξαντλήθηκε και όταν πλέον πλησίαζε
το σούρουπο, πήρε το παράση¬μο τρυφερά στα χέρια του και το ξανακρέμασε με
ευλάβεια στον τοίχο.
Ήταν περασμένοι οι δέκα μήνες από τότε που ο νέος υπουργός του υποσχέθηκε
αυ¬τοπροσώπως, ενώπιον των καναλιών της τηλεοράσεως, σύνταξη για την
αντιστασιακή του δράση. ’λλωστε σύνταξη και μάλιστα βαρβάτη, έμαθε πως είχαν
πάρει πολλοί άλλοι, μερικοί μάλιστα στα ρόνια της Κατοχής πρέπει να ήσαν και
παιδιά του Δημοτικού.
« Κολασμένος να είσαι εσύ και όλοι οι άλλοι καλαμαράδες του συναφιού σου »,
μούγκρισε καθώς τον θυμήθηκε.
Με τις πατερίτσες του κίνησε δακρυσμένος και απε/.πισμένος για την π/Μτεία της
συ¬νοικίας του. Εκεί ο ήρωας ήταν ένας άγνο)στος σαν όλους τους αληθινούς ήρωες.
Εκεί τα παράσημα κοστίζουν , σύμφωνα με τον μικροπωλητή που μονίμως έχει μια
θέση στην ά¬κρη της πλατείας, μόλις τρία ή τέσσερα χιλιάρικα. Εκεί συναντάς, στο
τελευταίο παγκάκι, κάθε απόγευμα, πίσω από ένα άδειο βλέμμα , έναν άδειο άνθρωπο
που ακόμα αναρωτιέ¬ται αν έπραξε ή δεν έπραξε κάποτε σωστά στην κρίσιμη στιγμή.
Εκεί τον βρήκαν το πρωί του φετινού χειμώνα , που κατά γενικήν ομολογία ήταν ο
χειρότερος μετά από εκείνον του 1943. Ήταν παγωμένος, κοκκαλωμένος, στο ακριανό
παγκάκι μισογυρμένος, δίπλα στο πα¬ρεκκλήσι του ’η - Γιάννη. Μέσα στο φτωχικό
του παλτό ανακάλυψαν μια κορνιζαρι¬σμένη παλιά φωτογραφία που ο γιατρός του
νοσοκομείου που τον εξέτασε, του την ξερίζωσε άπονα απ' τον κόρφο του , τη
χάζεψε για μισό λεπτό και την παραπέταξε κάπου πιο πέρα, και που ο αστυφύλακας
την κοίταξε κι αυτός για λίγο και έπειτα την κλώτσησε μακριά του, αδιάφορα, προς
τον κάδο σκουπιδιών του νοσοκομείου, ρί¬χνοντας κι ένα τελευταίο βλέμμα προς τον
αλήτη γέρο της πλατείας.
Τον ίδιο δεν τον αναζήτησε κανείς. Μόνο οι γείτονες κάποια στιγμή μόλις
μαθεύτηκαν τα νέα του θανάτου του. Και κάποιοι υποψήφιοι πελάτες. Αργότερα, μετά
δύο χρόνια, οι μπουλντόζες του δήμου γκρέμισαν την πα)αοπαράγκα που ελλείψει
κληρονόμων περιήλθε στην περιουσία του δήμου. Στα συντρίμμια της έθαψαν την
κόκκινη, από τα ιταλικά αίματα, ελληνική σημαία και το σιδηρούν της πατρίδος
παράσημον. Τάφηκε λένε με χρήματα του φιλόπτωχου ταμείου της εκκλησίτσας του ’η-
Γιάννη. Εκείνη τη χρονιά ο υπουργός των Εσωτερικών, άνθρωπος αγωνιστής στα
σκοτεινά χρόνια του Πολέμου, εκυκλοφόρησε ο¬γκώδες βιβλίο με τα ανδραγαθήματα
των ηρώων της Αντίστασης, το οποίο έτυχε μεγάλης κυκ/.οφορίας, όπως ο ίδιος
δήλωσε στη συνέτευξη Τύπου , ένα μήνα αργότερα. Στην ίδια συνέτευξη, τόνιζαν οι
εφημερίδες με πηχιαίους τίτλους, πως το σημαντικότερο σημείο της υπήρξε η
υπόσχεση και δέσμευση του υπουργού ότι όλοι οι ήρωες του Πολέμου πολύ σύ¬ντομα
θα αποκατασταθούν. Διότι, όπως τόνισε ο υπουργός, στο κατάμεστο και
συναι¬σθηματικά φορτισμένο ακροατήριο, σε τέτοιους ήρωες η πατρίς χρωστά
ευγνωμοσύνη, την ίδια της την υπόσταση, και οφείλει να τους προβάλλει,να τους
κάνει Ιστορία, να τους κάνει οράματα, ιδανικά και πρότυπα για τη νεολαία της.