ΤΟ ΧΡΙΣΤΙΝΑΚΙ
Πάνω απ’ τη φτωχογειτονιά είχε αρχίσει να ροδίζει ο γκρίζος ουρανός. Τα σύννεφα
φλέγονταν. Οι φλόγες έπαιρναν παράξενα σχήματα καθώς κατάπιναν ό,τι έβρισκαν στο
δρόμο τους. Δέντρα, δράκοι, βάρκες, μάγισσες και ιππότες πάνω στα άλογά τους,
όλα γίνονταν παρανάλωμα πυρός, και οδηγούνταν προς την αθανασία, καθώς ο
κουρασμένος ήλιος τα συμπαρέσυρε στην πύρινη σπηλιά του Χρόνου.
Άνοιξε το σακκουλάκι με τον καπνό κι έστριψε αργά αργά, σαν σε ιεροτελεστία, ένα
μπάσταρδο τσιγάρο. Οι άνθρωποι, όπως στην κάθε μέρα, επιστρέφοντας από τα
εργοστάσια, χώνονταν βιαστικά στα χαμηλά σπιτάκια της φτωχογειτονιάς, με τους
πανύψηλους παχιούς μαντρότοιχους, να βρούνε εκεί πίσω το μόνο καταφύγιο που τους
έπρεπε. Οι φωνές σιγά σιγά ερήμωναν στη γειτονίτσα. Ήταν η ώρα που οι νερατζιές
και το αγιόκλημα άνοιγαν τα άνθη τους, στέλνοντας μεθυστική σπονδή στη μέρα που
αποχωρούσε. Η μυρωδιά απ’ τα άνθη συναντούσε το καρδιοχτύπι που κύκλωνε το
χωριό, συνθέτοντας έναν λεπτό και ιδιαζόντως ιδιόμορφο πίνακα αξιώσεων. Τα
όνειρα, οι λαχτάρες,τα κουρασμένα αχ και βαχ του κοσμάκη, βγαίνανε πολύχρωμα από
τις αυλές, από τις κεραμιδένιες σκεπές, από τα μισάνοιχτα παραθύρια, περπατούσαν
με αγωνία και πάθος μες στα χαντάκια της ελπίδας, μες στα δρομάκια της ζωής, μες
στα μοναπάτια της μοίρας, μέχρις που χάνονταν στο βάθος βάθος, εκεί που ο
σκοτεινός ουρανός άγγιζε τώρα ηδονικά τις κορφές των δέντρων, εκεί που το χώμα
γινόταν ένα με τη φαντασία, και ο ουρανός χάϊδευε τις βουνοπλαγιές. Η νύχτα
αργοσαλεύοντας νωχελικά είχε αρχίσει να εισβάλλει μες στα δέντρα, τα σπίτια και
τα μάτια των ανθρώπων με το σκοτεινό χρώμα της λήθης. Οι ξύλινες κολόνες του
χωριού άρχισαν να ανάβουν η μία μετά την άλλη, φωτίζοντας τα στενά δρομάκια που
κομματιάζουν το χωριό σε τρεις γειτονίτσες, το Πανωχώρι, το Κατωχώρι και την
Παραλία.
Δεν ήθελε να πάρει ούτε βιαστική ούτε άδικη απόφαση. Και μόνο το ότι είχε
πλησιάσει τόσο κοντά σ’ αυτό το χώρο, ένιωθε ένα σφίξιμο και μία μορφή ιλίγγου,
μια ζάλη, κάτι σαν άσχημο μεθύσι, ανάμικτο με τον κόμπο στο λαιμό που νιώθεις
όταν σου έρχεται το άσχημο και απρόσμενο κακό μαντάτο.
Πρώτα τα μάτια του, μετά η μνήμη του αναστατώθηκαν συθέμελα. Του φάνηκε πως όλα
γύρω του, όσα έβλεπε μπροστά από τους τοίχους, και όσα φανταζόταν πως κρύβονταν
από πίσω τους, του φάνηκε πως όλα τούτα χάθηκαν μέσα σ’ ένα στρόβιλο, έναν
στιγμιαίο τιφώνα, και ότι μπρος του υψώθηκε μια γιγάντινη κλεψύδρα, που αντίς
για αμμόκοκκους άρχισε να στάζει επώδυνα, αργά και βασανιστικά τις
μουχλιασμένες, πικρόγευστες, τις ξεθωριασμένες και μισόθαμπες εικόνες κάποιας
ζωής του.
Ένιωσε ξανά το σφίξιμο και μια ζάλη, ανάμικτα με τον κόμπο στο λαιμό, να του
προκαλούν δύσπνοια. Αναζήτησε τη ζωή ρουφώντας λαίμαργα μια τεράστια ανάσα. Η
θολούρα στα μάτια του υποχώρησε μονομιάς. Οι θάμνοι του λογγώδους λόφου ήταν
πλέον ντυμένοι στα μαύρα τους. Το στήθος του αναπήδησε από ευχαρίστηση καθώς
επέστρεφε στον κόσμο των ζωντανών. Και καθώς ξανάνιωσε αυτή τη συνάντηση με τη
ζωή, ένα γνώριμο ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά του κι άκουσε πάλι εκείνα τα
τρυφερά γλυκά λόγια “ Ξύπνα, ζωή μου, ώρα για σχολείο ”, και συγχρόνως εκείνο το
ζεστό και ποθητό χάδι στο μέτωπο και την πλάτη.
Θα πρέπει να ήταν γύρω στα 1951. Ήταν τότε που πήγαινε Δεύτέρα με Τρίτη
Δημοτικού. Από εκεί προέρχονταν αυτές οι ζεστές και ασπρόμαυρες αναμνήσεις, ίσως
οι πιο γλυκές και τρυφερές της ζωής του. Η μάνα του. Όμορφη, ψηλή γυναίκα,
αεικίνητη, υπομονετική και το πιο σπουδαίο που είχε, φωνή ήρεμη και γλυκειά,
χέρια ζεστά γεμάτα αγάπη. Κι εκείνος το μόνο που της χάρισε ήταν το φαρμάκι.
1961. Τι χαρά της είχε δώσει.! Αυτός, το αγροτόπαιδο και παιδί γονέων εργατών,
είχε πάρει το απολυτήριο Εξαταξίου Γυμνασίου. Πόσο είχε χαρεί τότε η βασανισμένη
χήρα μάνα του. Θα μπορούσε να διορισθεί και σε δημόσια θέση ακόμα. Ή να
πραγματώσει το όνειρο του πατέρα. Να ανοίξει μαζί με τον αδελφό του εργοστάσιο
τυποποίησης ελαίου. Να μην τους το παίρνουν οι μεσάζοντες μεγαλέμποροι για δυο
δεκάρες, να μην πηγαίνει ο κόπος και το κέρδος στην τσέπη αυτών των ανθρώπων με
την ψυχή δράκου και μάτια λιμασμένα από το άπονο χρήμα. Μ’ αυτό τον καημό έφυγε
ο συχωρεμένος ο μπαρμπα- Μήτσος. Μια ζωή το πρωί εργοστάσιο για δυο δεκάρες και
τις Κυριακές και σχόλες στα χωράφια από πρωίας. Αμ, και η δόλια η κυρά Νίκη! Όλη
μέρα στα χωράφια δούλα και από το απόγευμα και έπειτα παραδουλεύτρα και σκλάβα
του σπιτιού της για τρείς άνδρες. Πόση χαρά είχε δώσει, εκείνη τη μέρα του 1961,
στη μάνα του ! Κι όμως ποτέ δε θέλησε να μπει στο δημόσιο.
- Δεν είμαι εγώ για τέτοια, της είχε πει. Εγώ θέλω να είμαι ανεξάρτητος. Δεν
μπορώ να πηγαίνω με το άγχος στις επτά το πρωί και να έχω πάνω από το κεφάλι μου
τον κάθε βλάκα να μου κάνει συνέχεια παρατηρήσεις.
Ήθελε να είναι ανεξάρτητος. Αλλά ούτε με τον Σωτήρη τα βρήκε για να γίνει
πραγματικότητα το όνειρο του γέρου.
- Έλα, ρε Παντελάκο, έλα βρε αγόρι μου, να την κάνουμε την προσπάθεια. Θα
ωφεληθεί και το χωριό όλο έτσι. Θα καλυτερέψει ο τόπος μας, του έλεγε.
- Εγώ θέλω να ανοίξω δουλειά δικιά μου, αδελφέ, του είχε πει, όχι όμως εδώ στο
χωριό. Εγώ θέλω να την ζήσω τη ζωή μου. Θα πάω στην πόλη. Δώσε μου όσα λεφτά
έχεις και σου χαρίζω τα χτήματα. Δεν τα θέλω. Μου θυμίζουν τη μιζέρια που εμένα
δε μου πάει.
Και να’ σου τώρα. Στην κορυφή του θαμνώδους λόφου να παρατηρεί αχόρταστα ένα ένα
τα σπιτάκια του σπιτιού, και το μάτι του να μην ξεκολλά από το σπιτάκι της
μάνας. Έξι χρόνια δεν είναι και λίγα. Και δεν έστειλε παρά μόνο δυο τρεις κάρτες
ευχετήριες όλα τούτα τα χρόνια. Κανένα άλλο σημείο ζωής.
Έφυγε με τη Χριστίνα,το Χριστινάκι του, όπως τη φώναζε, που τα είχανε από το
Γυμνάσιο. Κι εκείνη ίδια μυαλά μ’ αυτόνε. Να ζήσει στην πόλη μακριά από το
χωριό. Να ζήσει και να διασκεδάσει. Ανοίξανε ένα μαγαζί γενικών προϊόντων. Κάτι
έβγαζε. Όμως η Χριστίνα ήθελε να βγαίνει έξω κάθε βδομάδα. Μετά ήθελε δυο φορές
τη βδομάδα. Ξόδευαν πολλά. Το πρωί το μαγαζί αργούσε να ανοίξει. Έπειτα
τσακώθηκαν. Του είπε πως την σπίτωσε και την έχει ανύπαντρη και φυλακισμένη.
Έπειτα η Χριστίνα άρχισε να βγαίνει μόνη της δύο τρεις φορές, έπειτα κάθε μέρα,
και ερχόταν στο σπίτι αργά κάθε βράδυ. Και ένα βράδυ τον πιάσανε οι τύψεις και
το παράπονο για τη ζωή του. Έκλεισε το μαγαζί νωρίς και είπε να βγεί έξω να τα
πιεί και να διασκεδάσει. Τη Χριστίνα είχε να τη δεί από το προηγούμενο πρωινό.
Μπήκε σε ένα μπαράκι και άρχισε να πίνει, ένα, δύο, τρία ποτά. Και τότε την
είδε, αγγαλιά με έναν τύπο και να κάθονται στην γωνίτσα του μπαρ, μακριά από τα
αδιάκριτα τα μάτια. Την κοίταζε σαν ηλίθιος, σαν αποσβολωμένος.
- Σ’ αρέσει, έ τον ρώτησε ο μπαρμαν που συνέλαβε τη ματιά του. Ωραία κοπέλα, έ
του συνέχισε, χωρίς να περιμένει την απάντησή του. Αν θέλεις πάντως μπορώ να
σου κανονίσω συνάντηση μαζί της. Κάνει καλές τιμές και είναι αξεπέραστη απ’ ό,τι
μου λένε, του έκανε με νόημα.
Ώστε, λοιπόν, εκεί είχε καταντήσει η Χριστίνα. Ή μάλλον εκεί την είχε μήπως
καταντήσει ο ίδιος. Κι εδώ τα είχε κάνει μούσκεμα. Κι εδώ είχε κάνει τη ζωή του
χάλια.
Έσκυψε το κεφάλι, πλήρωσε αφήνοντας ένα μεγάλο μπουρμπουάρ, και βγήκε έξω. Τα
μάτια του γυάλιζαν από την οργή για τον εαυτό του, από τα δάκρυα για μια ζωή
χωρίς ευτυχία και ουσιώδες νόημα.
Σε είκοσι μέρες μέσα βρήκε αγοραστή, σκότωσε τις τιμές για να ξεμπερδεύει μια
ώρα αρχίτερα. Τη Χριστίνα δεν την ξανάδε από εκείνο το βράδυ. Ίσως κι εκείνη να
τον πήρε είδηση καθώς εκείνος έφευγε. Γύρισε πίσω, στη γενέτειρα, εις χωρίον
Κλαδίον, επαρχίας Καρδίτσης.
Άρχισε να κατεβαίνει το λόφο, όπως το είχε κάνει πολλές φορές στη ζωή του. Μπήκε
στο στενάκι της γειτονίτσας. Στάθηκε μπρος στην ξύλινη πόρτα του προτελευταίου
σπιτιού. Κτύπησε την πόρτα. Ήξερε, όπως το συνήθιζαν ότι ήταν ξεκλείδωτη. Μπήκε
μέσα. Ο Σωτήρης μέσα να διαβάζει την εφημερίδα του. Στα πόδια του ο μικρούλης
Δημήτρης ο γιος του. Στο τραπεζάκι η μάνα του να τρώει χόρτα με λάδι και ψωμί.
- Ηρθα, είπε απευθυνόμενος στους πάντες, και τρέχοντας να φιλήσει τα μάγουλα και
τα χέρια της γερασμένης μάνας του.
- Ηρθα, αδερφέ μου, του ξανάπε, να ανοίξουμε αυτό το εργοστάσιο που λέγαμε.
Ο Σωτήρης είχε μείνει σαν άγαλμα. Τα μάτια του ανίχνευαν τον νεοφερμένο. Ήταν
αμίλητος. Το σφίξιμο επανήλθε στο λαιμό του Παντελή. Και ξαφνικά ο Σωτήρης
σηκώθηκε και ήρθε με ορμή κατά πάνω του.Τον αγγάλιασε δυνατά που ο Παντελής
κόντεψε να πάθει ασφιξία.
- Έκανες πολύ καλά που ήρθες. Είναι η κατάλληλη στιγμή, Παντελάκο μου, του είπε.
Κάτσε να τα πούμε. Να φέρω κρασί να πιούμε με λίγο τυρί.;
- Φέρε, αδερφέ μου, του είπε ο Σωτήρης χαμογελώντας, και ο κόμπος είχε πια
εγκαταλείψει το λαιμό του.
Τα μάτια του τώρα είχαν μια πρωτόγνωρη έκφραση και έλαμπαν από μια περίεργη
ευτυχία.