Η ΟΥΡΑ ΤΟΥ ΤΑΥΡΟΥ


OΤΑΝ ΖΗΤΗΣΑ μετάθεση από την επαρχία για την Αττική, ήμουν τότε πολύ νέος στην ηλικία, βρισκόμουν στα πρώτα βήματα της εκπαιδευτικής μου δράσης. Ήθελα να σπουδάσω Κοινωνιολογία στην Πάντειο Σχολή της Αθήνας. Αυτό ήταν ένα όνειρό μου, που ήθελα πάντοτε να πραγματοποιήσω. Αρκεί να έφευγα από την όμορφη πατρίδα μου και να ζούσα πλέον για κάποια χρόνια στο μεγάλο χωνευτήρι της Ελλάδας, την Αθήνα. Τελικά πήρα μετάθεση σε περιοχή της Δυτικής Αττικής. Πήγα, λοιπόν, ένα πρωινό στο τοπικό Γραφείο Εκπαίδευσης, για να συμπληρώσω κάποιες πόλεις και σχολεία που είχαν κενά καθηγητών  πόλεις και περιοχές της ευρύτερης περιοχής της πρωτεύουσας, άγνωστες σε μένα, πρόκληση μεγάλη να γνωρίσω άλλους τόπους και να συνδεθώ με νέες γνωριμίες. Κάποια στιγμή τα ζαλισμένα μου μάτια επεσήμαναν κενά στην πόλη του Χαϊδαρίου.
– Αμ, απ’ ό,τι θυμάμαι, στο Χαϊδάρι είναι διορισμένος και ο Νίκος, που ήμαστε μαζί στο Πανεπιστήμιο, μουρμούρισα μέσα μου. Καλό παιδί. Ωραίος φίλος. Μας συνδέουν χρόνια φοιτητικής φιλίας. Θάταν ωραίο να ξαναβρεθούμε και να κάναμε λίγο παρέα. Λοιπόν, είπα μέσα μου, ζητάω μετάθεση για Χαϊδάρι.
Το κακό εκείνα τα χρόνια, της δεκαετίας του ’ 70 ήταν ότι ειδικά τα αγόρια της φοιτητικής μας παρέας, μόλις τέλειωσαν το Πανεπιστήμιο, πήγαν στο στρατό. Χάθηκαν έτσι τα ίχνη μας. Το καλό όμως ήταν ότι δεν υπήρχε, όπως σήμερα, το τέρας της ανεργίας και ήξερες ότι μόλις τέλειωνες τις σπουδές σου, σε δύο τρία χρόνια θα έπιανες δουλειά. Ούτε που κατάλαβα σχεδόν πότε απολύθηκα από το στρατό, και από μια δυο κοπέλες μάθαμε ότι η Νίκη είχε διοριστεί στη Σάμο, ο Δημήτρης στην Κορώνη και η Ειρήνη εδώ και τρία χρόνια στη Ζάκυνθο. Κάποια άλλη στιγμή έμαθα ότι ο Νίκος πήρε μετάθεση για … νομίζω Χαϊδάρι το έλεγαν.
Έτσι μάλιστα μου το είχε σιγουρέψει η Μαίρη μια παλιά κοινή μας φίλη, όταν την είχα συναντήσει πριν δέκα μήνες περίπου στην Κεφαλονιά όπου και πέρασα τρεις υπέροχες μέρες στις πασχαλιάτικες διακοπές μου.
– Χαλά… Χαϊλάρι. Όχι, Χαϊδάρι. Κάπως έτσι. Εκεί, Φραντζέσκο μου, διορίστηκε δάσκαλος ο Νίκος, εδώ και δύο χρόνια.
Με το Νίκο γνωριστήκαμε σε μια φοιτητική πολιτική συγκέντρωση στο τρίτο έτος, σε κεντρική αίθουσα του Πανεπιστημίου. Θυμάμαι τι βρισιές και τι τρικούβερτους καυγάδες είχαμε ρίξει τότε, τι συντηρητικός, τι φασίστας, τι γουρούνι είχε ακουσθεί σ’ εκείνη τη συγκέντρωση. Με το Νίκο είχαμε διαμετρικά σχεδόν αντίθετες πεποιθήσεις για το αν το θέμα της παιδείας είναι το πρώτιστο πολιτικό ζήτημα ή όχι. Τελικά, βρεθήκαμε μαζί με καμιά εικοσαριά άτομα, όπως συνήθως, να τσιμπάμε και να κουτσοπίνουμε συζητώντας περί φιλοσοφίας, φιλολογίας, πολιτικής κ.λ.π. Από τότε γίναμε αχώριστοι για δύο χρόνια μέχρι που πήραμε το πτυχίο. Ποιο αναγνωστήριο, ποια βιβλιοθήκη, και ποια ταβέρνα να ρώταγες που να μην μας ήξερε στη Θεσσαλονίκη, την πατρίδα των φοιτητικών μας χρόνων, γιατί μετά το πτυχίο επιστρέψαμε στα χωριά μας, εγώ προς την Τρίπολη και ο Νίκος προς το Βόλο, μετά στρατό και μετά χαθήκαμε εντελώς.
Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν τα κινητά που κάνουν πιο εύκολη την ανθρώπινη επικοινωνία. Αλλά μήπως υπήρχαν και σταθερά. Ελάχιστοι είχαν. Στην περιοχή μου ολόκληρο το χωριό εξυπηρετούνταν από το τηλέφωνο ενός μαγαζιού γενικού εμπορίου – καφενείου. Έτσι και άλλαζε ο ιδιοκτήτης του ή έλειπε και το σήκωνε κάποιος άσχετος και εσύ τηλεφωνώντας, ζητούσες τον τάδε και δεν τον ήξερε, έ τότε έχανες την επαφή για πάντα. Θυμάμαι πώς έχασα την επαφή με το Χάρη για πάνω από τρία χρόνια. Είχα πάρει τηλέφωνο στο χωριό που δίδασκε, γιατί το υποτιθέμενο Δημοτικό Σχολείο του χωριού δεν είχε γραφείο ούτε τηλέφωνο αλλά μήπως είχε και …. αίθουσες ! Όχι ότι ήμουν σίγουρος πως το τηλέφωνο που μου είχαν δώσει, ήταν και σωστό. Το σηκώνουν λοιπόν και μια ανδρική φωνή μου κάνει :
– Ουρίστε, πιρικαλώ
– Θα ήθελα τον κ. Κυριακόπουλο, το δημοδιδάσκαλο του χωριού.
– Δη τουν ξέρ’ καθ’λου αυτούνου του Δήμου, πιδάκι μου, μου λέει, και το κλείνει
Πήρα και άλλη μια φορά μετά από καιρό, αλλά και πάλι τα ίδια έγιναν, παρόλο που αλλιώς τη διατύπωσα την ερώτηση. Οπότε έβγαλα το συμπέρασμα ότι το τηλεφωνικό νούμερο ήταν λάθος. Εκ των υστέρων διασταύρωσα ότι σε εκείνο το χωριό δίδασκε για καιρό ο Χάρης και ότι το νούμερο ήταν σωστό. Τι να πεις μετά από αυτό.
Με κάτι τέτοια γεγονότα, και κυρίως με την έλλειψη τηλεφώνων, χανόσουν από γνωστούς και φίλους εκείνα τα χρόνια, και άντε να τους βρεις αν ήσαν δημόσιοι υπάλληλοι με τις συνεχείς αλλαγές τόπου και τις συνήθεις μετακινήσεις, από αναγκαστικές μεταθέσεις για υπηρεσιακές ανάγκες.
Τέλος πάντων νομίζοντας πως εκεί στο Χαϊδάρι είχε μετατεθεί ο Νίκος, διάλεξα ένα σχολείο τυχαία που είχε κενά, και μετά από λίγο καιρό δίδασκα στο Χαϊδάρι. Αυτό ήταν το μοναδικό μου κίνητρο που διάλεξα το Χαϊδάρι. Όσο για το Νίκο, δεν δίδασκε σ’ αυτή την πόλη γιατί όσο και να ρώτησα στα δημοτικά σχολεία δεν τον βρήκα πουθενά.Το Χαϊδάρι όμως παρέμεινε επί πολλά χρόνια ο τόπος εργασίας μου και εκεί ένιωσα πολλές χαρές μαζί με τους φίλους μου και τους μαθητές μου. Και κάποτε καθώς τα χρόνια είχαν περάσει, αφήνοντας στη μνήμη φωτογραφίες μόνο και γκρίζα μαλλιά, αποφασίστηκε στα πλαίσια προγράμματος εκπαιδευτικών ανταλλαγών να γίνει μία εκατέρωθεν επίσκεψη, ανάμεσα σε μικρή ομάδα του σχολείου μου με αντίστοιχη στην Ισπανία. Συνεννοηθήκαμε με φάξ και τηλέφωνο ατέλειωτες φορές και γνωρίζαμε μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια το πώς και με ποιους και πού θα περνάγαμε επί μια ολόκληρη εβδομάδα στην Νότια Ισπανία. Μέχρι που έφτασε η ώρα εκείνου του υγρού πρωϊνού όπου όλοι οι ενδιαφερόμενοι βρεθήκαμε μαζεμένοι, χαμογελαστοί και νυσταγμένοι με καρδιά χαρούμενη για τη νέα εμπειρία που θα ζούσαμε.
Το ήξερα, κι από πολύ καιρό μάλιστα, ότι θα ταξίδευα για την Ισπανία. Όταν όμως πλησίασε η ώρα που έξω απ' το Σχολείο έφτανε το πούλμαν, τότε συνειδητοποίησα ποιες όμορφες στιγμές σε κάποια ξένη χώρα επρόκειτο πολύ σύντομα να ζήσω. Η ώρα ήταν πέντε παρά, κι ακόμα δεν είχε χαράξει.
Ο φθινοπωρινός αέ¬ρας μύριζε υγρασία και πάγωνε τα δάχτυλα και τη μύτη μας, όχι όμως και τη ζεστή και ανυπόμονη ψυχή μας. Η ατμόσφαιρα ανάστατη, γεμάτη από παιδικές φωνές και ηλεκτρισμένη από τις δικές μας συνεχείς οδηγίες προς τους είκοσι περίπου μαθητές, δώδεκα κορίτσια και οκτώ αγόρια. Εμείς οι καθηγητές ήμασταν τρεις, εγώ, ο Κώστας, ο διευθυντής του Σχολείου, και η Ντίνα, μία φιλόλογος που την επόμενη χρονιά άφησε το Σχολείο με μετάθεση έπειτα από δέκα χρόνια σ' αυτό και πήγε να ζήσει στη Μύκονο. Με τη Ντίνα είχαμε μαζί πρωτοπαρουσιαστεί στο Σχολείο και μας έδεσαν για αρκετά χρόνια, πολλές χαρές και λύπες. Από τό¬τε που έφυγε, πάψαμε να κάνουμε παρέα και, χρόνο με το χρόνο, λιγόστευε και η τηλεφωνική μας επαφή. Όμως σ' εκείνη την εκδρομή προωθήσαμε τη μακρόχρονη φιλία μας και γνωρίσαμε από πιο κοντά το διευθυντή μας, έξω από τις τυπικότητες του σχολείου και του γραφείου, και δεθήκαμε συναισθηματικά μα¬ζί του.
Μελέταγα λοιπόν κάποιες σημειώσεις, άνοιγα κι έκλεινα ένα χάρτη της Ισπανίας, έψαχνα να σιγουρευθώ αν έχω επάνω μου το διαβατήριο μου, κάτι έλεγα σ' ένα παιδί, κάτι απαντούσα σ' ένα άλλο, κάτι σκεφτόμουν τη μια στιγμή, κάτι θυμόμουν την άλλη.
– Αντώνη, τους μέτρησες κι εσύ; Είναι όλοι εδώ; Λείπει κανένας; άκουσα μες στ' αυτί μου τη φωνή του Κώστα.
– Ναι, δύο φορές μάλιστα στα τελευταία τρία λεπτά, αλλά μας λείπει ο Δημητρίου, του απάντησα, κι από το ύφος του Κώστα, που ήταν και ο αρχηγός αυτής της εκδρομής, ένιωσα την έντονη δυσαρέσκειά του για την ασυνέπεια του μαθητή.
– Δεν μπορούμε όμως να τον περιμένουμε,είπε με συγκρατημένη οργή. Δε θα χάσουμε είκοσι άτομα το αερο¬πλάνο, επειδή άργησε ο κ. Δημητρίου.
– Τι λες να κάνουμε, τον ρώτησε η Ντίνα. Μην ξεχνάμε ότι πρέπει σε μισή ώρα να βρισκόμαστε στο Ανατο¬λικό αεροδρόμιο για έλεγχο αποσκευών και διαβατηρίων.
– Πρέπει να ξεκινήσουμε αμέσως, είπε ο Κώστας αποφασιστικά, μετά από σκέψη. Μετρήστε τους κι εσείς κι ελέγξτε τα διαβατήριά τους. Ξεκινάμε σε τρία λεπτά, είπε απευθυνόμενος στον οδηγό.
Στείλαμε το μήνυμα της αποχώρησης στα μισοσκορπισμένα παιδιά. Ο οδηγός περίμενε το σινιάλο, χαϊδεύ¬οντας νευρικά το γκάζι. Το σήμα δόθηκε και πάνω που πήγε να ξεκινήσει, νάσου λαχανιασμένος ο Δημη¬τρίου και πίσω του η κα Δημητρίου. Όπως μας εξήγησε, ενώ το πούλμαν έφτανε στο Αιγάλεω, είχε χαλάσει το ξυπνητήρι του και γι' αυτό είχε αργήσει. Φυσικά κανείς μας δεν τον πίστεψε. Όλοι ξέραμε ότι ήταν υπναράς. Ο οδηγός έβαλε τραγούδια από εκείνα που ξεσηκώνουν. Γρήγορα ξυπνήσαμε οριστικά, καθώς φτάνα¬με μάλιστα στον αερολιμένα, με την ψυχή στο στόμα, αν θα προλάβουμε.
Έχετε ταξιδεύσει, πρωί - πρωί, με αεροπλάνο;
Έχετε καθήσει στην αίθουσα αναμονής μετά τον έλεγχο, πί¬νοντας καφέ και περιμένοντας να ανακοινωθεί από τα μεγάφωνα η αναχώρησή σας; Σίγουρα,ναι,για τους περισσότερους. Ε, λοιπόν, φαντάζομαι ότι δε διαφωνείτε πως αυτές τις στιγμές της αναμονής δεν τις αλλά¬ζει κανείς με τίποτα. Είναι οι ωραιότερες, πιο ωραίες κι από το ίδιο το ταξίδι. Όταν αργότερα βρεθήκαμε μέσα στο αεροπλάνο, το κέφι της παρέας ήταν θαυμάσιο. Τα περισσότερα παιδιά δεν είχαν ξαναταξιδέψει μ' αεροπλάνο και ενθουσιασμένα ρωτούσαν για εκείνο, για το άλλο, ο πιλότος μας επέτρεψε, όταν έμαθε ότι είμαστε σχολείο, να μπούμε στο θάλαμο διακυβέρνησης του σκάφους, απ' όπου έκπληκτοι είδαμε όλες τις πολύπλοκες συσκευές με φόντο τα σύννεφα και τη μικροσκοπική γη. Ομολογώ ότι αυτό το θέαμα ούτε το είχα ξαναδεί, ούτε είναι εύκολο να το ξαναδώ.
- Θα πάρετε κάτι, αναψυκτικό ή ποτό, άκουσα σε κάποια στιγ μή που μελέταγα τον τουριστικό οδηγό της Ισπανίας, τη φωνή μιας πανέμορφης αεροσυνοδού. Πήρα ένα κονιάκ, και στρώθηκα να ξαναμελετήσω την Ιστορία, τα ήθη, και τα έθιμα της πόλης όπου κατευθυνόμασταν, της Θιουδάδ Ρεάλ, μιας πόλης 240 χιλ. νοτίως της Μαδρίτης. Ολόκληρη η Ισπανία είναι μια ενδιαφέρουσα χώρα. Έχει και πολλά κοινά σημεία με εμάς.
Μετά το Β' παγκόσμιο πόλεμο είχε δικτατορία με το Φράνκο. Αργότερα το καθεστώς έγινε δημοκρα¬τικό και η χώρα άρχισε μέσα στην Ε.Ο.Κ. την ταχύρρυθμη οικονομική και κοινωνική της ανάπτυξη.
Το ταξίδι πάνω απ' τα σύννεφα κράτησε τρεις ώρες. Έπειτα το σκάφος προσγειώθηκε. Περάσαμε γρήγορα τον έλεγχο από το διάδρομο που αφορούσε τις χώρες της Ε.Ο.Κ. Και η πρώτη ευχάριστη έκπληξη άρχισε. Οι δύο Ισπανοί καθηγητές, μαζί με τους είκοσι Ισπανούς μαθητές, μας περίμεναν με μικρά αυτοσχέδια πά¬νω που έγραφαν στα αγγλικά και στα ελληνικά: «Καλώς ήρθατε» και «Γεια σας, φίλοι μας Έλληνες».
Τα παι¬διά μας έτρεξαν να ενωθούν σε μια παρέα με τα Ισπανάκια, στα σπίτια των οποίων και θα φιλοξενούνταν. Η Αλφόνσα και ο Χουλιάν, χάθηκαν μες στις αγκαλιές μας τόσο σφιχτά και δεν ξεκολλάγαμε, λες και ήταν ώρα αποχωρισμού και όχι συνάντησης και παραμονής με προοπτική μια ολόκληρη βδομάδα.
Η πρώτη μας επαφή στην Ισπανία ξεκίναγε με τους καλύτερους οιωνούς.
Με δύο καθηγητές Ισπανούς και τα Ισπανάκια, έτοιμους όλους να μας δείξουν τα αξιοθέατα και τις εικόνες της Ισπανίας, τις φυσικές ομορφιές και τον πο¬λιτισμό της, την πόλη τους, τον τρόπο ζωής και ψυχαγωγίας τους, τους συμπολίτες τους, το δικό τους σχο¬λείο. Η ατμόσφαιρα είχε γίνει φοβερά ενθουσιώδης. Όλοι μας είχαμε τόσα πολλά κοινά, και το σπουδαιό¬τερο, όλοι θέλαμε να περάσουμε καλά για μία βδομάδα.
Το ταξίδι μέχρι το Θιουδάδ Ρεάλ ήταν περίπου μιάμιση ώρα. Στα μισά της διαδρομής κατεβήκαμε σ' ένα χωριουδάκι για μισή ώρα, για χάζι και καφέ. Εντυπωσιάστηκα. Τα πάντα καθαρά. Τα πάντα παραδοσιακά. Σ' ένα κτίριο έγραφε: έτος ιδρύσεως 1819. Ρώτησα κι έμαθα πως το χωριό είναι διατηρητέο. Ένα χωριό, με τα κτίρια, το φούρνο, τα μαγαζάκια, την εκκλησία του, όλα να ζουν εξωτερικά στον περασμένο αιώνα. Το όνομα του χωριού το ξέχασα αργότερα και γι' αυτό στενα¬χωρήθηκα.
Τέτοια χωριά δεν τα βρίσκεις εύκολα. Αργότερα όμως, καθώς περνούσαν οι μέρες κι εμείς αλω¬νίζαμε όλη την Ισπανία, είδα τόσα πολλά παραδοσιακά χωριά που δεν ήξερα πλέον ποιο να πρωτοθυμηθώ. Χωριά με τα όλα τους. Χωριά αυτάρκη, που να σε τραβάνε να ζήσεις εκεί χειμώνα καλοκαίρι.
Κι ήταν πολ¬λές οι φορές, σ' εκείνη τη χώρα, που αυτόματα κάνοντας σύγκριση ανάμεσα σ' εκείνα τα χωριά και τα δι¬κά μας τα παρατημένα, τα εγκατελειμένα από ανθρώπους και θεούς, μία αβάσταχτη λύπη και ένα μούδια¬σμα στο λαιμό με κατέπνιγαν.
Εκείνο που με εντυπωσίαστε πολύ ήταν η ήρεμη οδήγηση των Ισπανών. Τα αυτοκίνητα έτρεχαν όσο επέτρε¬πε το όριο ταχύτητας. Μια μέρα σ' έναν περιφερειακό δρόμο, καθώς οδεύαμε στο νοτιότερο τμήμα της χώ¬ρας προς τη Γρανάδα, το επιτρεπόμενο όριο ήταν 80 χιλιόμετρα. Ο οδηγός πήγαινε μ' ένα εκνευριστικό 60 χιλ. Όταν τον ρώτησα γιατί πάει τόσο αργά, μ' απάντησε με μια ώριμη, κουβέντα, δείγμα της κυκλοφορια¬κής αγωγής των Ισπανών:
– «Δεν οδηγώ μόνος μου ώστε να πάω με 80 χιλ. Μεταφέρω τόσες ψυχές μαζί μου».
Προσέξτε. Το όριο ταχύτητας δεν το θεωρούσε καθόλου απαραίτητο και αναγκαίο να το πιάσει! Δέστε τι χάλια οδηγούν και νευρικά και επικίνδυνα οι Έλληνες οδηγοί.
Εδώ, κορναρίσματα και βρισιές, εκεί, ηρεμία,υπευθυνότητα. Και πάντα όλοι τους με τη ζώνη ασφαλείας. Οι Ισπανοί θεωρούν τους Ιταλούς, τους Έλληνες και τους Τούρ¬κους σπουδαίους οδηγούς στις μανούβρες, αλλά πολύ κακούς και επικίνδυνους, όταν οδηγούν.
Τέλος πάντων, εκείνη τη μέρα που συνειδοποίησα πόσο προσεκτικοί οδηγοί είναι οι Ισπανοί, ήταν και η μερα που πρωτοήρθαμε σε επαφή με τα πρώτα δείγματα της ιστορικής τους κληρονομιάς και παράδοσης:τα κάστρα και τα ανάκτορα της Αλάμπρας, καθώς και οι κήποι των Χαλίφηδων, όλα καταπληκτικά. Άλλος κό¬σμος! Αλλος πολιτισμός !
Ο αραβικός πολιτισμός εδώ, διατηρώντας έντονο το χρώμα του, παντρολογημένος με κάποια ντόπια στοι¬χεία αισθητικής, όλα αυτά σ' ένα θέαμα εντυπωσιακό. Εντυπωσιακή η καθαριότητα, οι πολλοί φύλακες και τα πολλά εισιτήρια. Κάθε λίγο και λιγάκι πλήρωνες ένα νέο εισιτήριο για τον επόμενο χώρο των ατέλειωτων συγκροτημάτων.
«Αχ, βρε Ελλάδα, μουρμούρισα σε κάποια φάση. Εμείς μ' ένα εισιτήριο τους αφήνουμε να αλωνίζουν με τις ώρες σε τόσους χώρους. Και τι χώρους. Χώρους με πολιτισμό αιώνων, που δίδαξαν την ανθρωπότητα».
Όχι βέβαια ότι δεν εκτίμησα τον Ισπανικό πολιτισμό σ' όλες τις μορφές του. Αντίθετα και αξιόλογος και αξιοθαύμαστος είναι. Οι μέρες πέρναγαν υπέροχα. Βλέπαμε, κοιτάζαμε, παρατηρούσαμε, νιώθαμε, δίπλα στο θαυμάσιο Χουλιάν και την υπέροχη Αλφόνσα, τη χώρα και τους ενθουσιώδεις ανθρώπους της, μ' εκεί¬νο το ζεστό μεσογειακό φιλικό ταπεραμέντο. Μια μέρα, μετά την επίσημη υποδοχή μας στην αίθουσα τελε¬τών του Δημαρχείου στο Θιουδάδ Ρεάλ, ο Κώστας μάς πλησίασε και μας είπε.
– Οι Ισπανοί καθηγητές του Λυκείου, μας έχουν ετοιμάσει στην αίθουσα του αναγνωστηρίου γεύμα γνωρι¬μίας, θα είναι εκεί και γονείς. Θα είναι ευκαιρία να γνωρίσουμε τόσο κοντά ένα επαρχιακό σχολείο της Ισπανίας.
Δε λέω. Ούτε είκοσι χιλιάδες κόσμος η πόλη κι όμως το Λύκειο ήταν εντυπωσιακό. Είχε αίθουσα μουσικών εκδηλώσεων, αμφιθέατρο με θεατρική σκηνή, Γραμματεία, ξεχωριστό Γραφείο για πολλούς καθηγητές, σχο¬λικό παιδοψυχολόγο, αίθουσα γλυπτικής - ζωγραφικής, αίθουσα διδασκαλίας Αατινικής και Αρχαίας Ελλη¬νικής Γλώσσας με οπτικοακουστικό σύστημα. Κι όλα αυτά σε μία επαρχιακή πόλη. Στην αίθουσα αναγνω¬στηρίου δίπλα στην καφετέρια του Σχολείου, ζήσαμε κάποιες στιγμές ζεστασιάς μαζί με όλους τους καθη¬γητές του τοπικού Σχολείου. Και παρόλο που δεν γνώριζαν Αγγλικά, όμως καταφέραμε να συνεννοηθούμε. Το κρασί τους ήταν πάρα πολύ καλό. Οι μεζέδες τους όμως δεν ταίριαζαν στη δική μας γεύση, όπως και πολλά τους φαγητά, εκτός βέβαια από την γευστικότατη τορτίλια. Άλλη κουζίνα. Δεν μπορώ να πω ότι εν¬θουσιάστηκα με τα φαγητά τους, όπως συνέβηκε με το κρασί τους.
Πάντως μια μέρα που πήγαμε στο Τολέδο, εκεί μας περίμεναν δύο ευχάριστες εκπλήξεις: Μπήκαμε στο Μουσείο, με τσουχτερό εισιτήριο, κι είδαμε τον πίνακα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, του δικού μας του El Greco, που έζησε στην Ισπανία και πολύ εκτιμάται σε μία χώρα που λατρεύει τις Τέχνες και γέννησε τον μεγάλο Πικάσο. Στην ουρά όλοι οι μαθητές με ένα σωρό άλλους τουρίστες. Ησυχία και ευλάβεια. Μόνο τα δικά μας παιδιά ακούγονταν, συζήταγαν και σιγογελούσαν. Αλλά όχι μόνο αυτά. Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι κάπου προς το τέλος της ουράς ακούγονται ελληνικά από μια άλλη ομάδα. Πλησιάζω να τους μιλήσω. Όταν είσαι στα ξένα, κάθετι ελληνικό σε ενθουσιάζει. Όταν είσαι στην Ελλάδα, ξεχνάς ποιος είσαι και είσαι ό,τι σου σερβίρουν.
Και η έκπληξη Ήταν δάσκαλοι από το Χαλάνδρι, που έκαναν εκπαιδευτικό ταξίδι, όπως και εμείς. Την ομάδα τους μάλιστα τη συνόδευαν και πέντε καθηγητές της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Αθηνών. Και εκεί που μιλάω με όλους τους ενθουσιασμένος και ευτυχισμένος, νιώθω ότι κάπου ξέρω τον ένα από αυτούς. Μην σας τα πολυλογώ. Από εκείνη τη στιγμή, μέχρι που φύγαμε από το Τολέδο την επόμενη μέρα, όλο τηλέφωνα και δυο θυελλώδεις και συναισθηματικά φορτισμένες συναντήσεις σε ταβερνάκια είχαμε με το Δημήτρη, τον παλιό μου καλό φίλο από τα φοιτητικά μας χρόνια.
Η άλλη έκπληξη ήταν ένα εκπληκτικό φαγητό σ' ένα υπέροχο ταβερνάκι του Τολέδο, ουρά ταύρου στο φούρνο με σάλτσα. Αξέχαστο φαγητό. Αυτό μάλιστα ήταν φαγητό. Η διαπίστωση αυτή συνέπεσε με παρόμοιες ενθουσιώδεις εκτιμήσεις του Νίκου. Κι όσο για την Ισπανία των μύθων και των ταυρομαχιών, μάθαμε ότι ταυρομαχίες γίνονται μόνον τους θερινούς μήνες σε διάφορα φε¬στιβάλ και σε όσες πόλεις έχουν στάδιο ταυρομαχιών. Από ένα τέτοιο ταύρο, υποψιάζομαι ότι καταγόταν το περιεχόμενο του πιάτου που έφαγα.
Την τελευταία βραδιά την περάσαμε στην πρωτεύουσα, την Μαδρίτη. Εντυπώσεις; Άριστες. Καθαρή πόλη με τεράστια πάρκα ανά τετράγωνο. Προσεγμένη πόλη αρχιτεκτονικά.
Από την όμορφη Μαδρίτη πήραμε το αεροπλάνο της επιστροφής κι από κει στο όμορφο Χαϊδάρι. Από το ταξίδι αυτό μου έμειναν σλάϊτς, πολλές φωτογραφίες, άφθονες συναισθηματικές εικόνες, βαθιά ριζωμένες μέσα μου, ο θυελλώδης και ζεστός χαρακτήρας των Ισπανών και κυρίως η επιθυμία να ξαναεπισκεφθώ την Ισπανία, για να πιω μαζί με τους ανθρώπους της το κόκκινο κρασί της και να γευτώ ξανά εκείνο το εκπλη¬κτικό φαγητό, ουρά ταύρου με σάλτσα στο φούρνο. Κι όχι μόνος μου. Με το Νίκο αποφασίσαμε το καλοκαίρι να επισκεφθούμε ως ιδιώτες πλέον την Ισπανία. Ίσως και με γυναικεία συντροφιά. Ίσως. Σ’ αυτό δεν αποφασίσαμε οριστικά.
Θα αποτελούσε αντικείμενο μακροχρόνιων συζητήσεων σε κάποια άλλα ταβερνάκια στην Ελλάδα.