ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΣΤΟΥΣ ΕΛΑΣΣΟΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ
Είχες αστέρια ολόλαμπρα στον ουρανόν σου
κι άλλα μα εκείνα που δεν έλαμψαν είσανε
πιο μεγάλα…
Πόσα αστέρια δεν προσέκρουσαν πάνω στης δημοσιότητας τα τείχη. Κι ύστερα είδαν
με πίκρα περισσή την αστραφτερή ματιά τους να χάνεται στου ουρανού την ανωνυμία.
Τα μονοπάτια της δόξας κρύβονται πάντα στην αθέατη πλευρά του Παρνασσού. Κι
είναι ο δρόμος που οδηγεί στου θησαυρού την κρύπτη, σε απροσπέλαστο
θησαυροφυλάκιο καταχωνιασμένος.
Πόσες νύχτες μονάχος, απέναντι στην πάλλευκη ψυχρότητα του χαρτιού, έψαχνες σαν
άλλος ραβδοσκόπος τους χυμούς των λέξεων ν’ αρμέξεις. Έσκαβες με νύχια και με
δόντια, τις προαιώνιες λέξεις ν’ ανασύρεις από την αφάνεια. Κι όταν αυτές
φρεσκοπλυμένες από τα δάκρυα θα βιάζουν τη λευκότητα του χαρτιού, η νύχτα θα’
χει δραπετεύσει. Ένα ποίημα θα’ χει χαραχτεί στης καρδιάς το τετράδιο.
Μα… άδοξε ποιητή εσύ, κι αφελή συνάμα, δεν προνόησες συνομωσία καμιά με
αναγνώστη να υφάνεις. Περιμένεις, στ’ αλήθεια, να σου προσφέρει την αγκάλη της η
φήμη, με μόνο αντάλλαγμα τους ματωμένους στίχους της νύχτας που πέρασε;
Βγήκες στους δρόμους με τα μαλλιά σου ν’ ανεμίζουν σαν χαίτη λιονταριού και τα
μάτια σου να σπιθίζουνε τη νιόβγαλτη ημέρα. Ανακατεύτηκες με κόσμο, μα κανείς
δεν σε γνώρισε. Το ποίημα σου αδιάβαστο, χωρίς συνωμότη αναγνώστη. Μπήκες στου
μπαρ το καταφύγιο. Ήπιες οινόπνευμα, κι ύστερα ρώτησες του καθρέφτη το ειρωνικό
μειδίαμα:
Τόσος πόνος, τόση πίκρα, στου πελάγου την αδιαφορία ριγμένη; Επιστολή ανεπίδοτη!
Γιατί;
Απάντηση δεν πήρες καμιά. Μα…ο αναγνώστης δίπλα σου κάθεται κι αυτός, μονάχος,
λαχταρά κι αυτός ν’ αφουγκραστεί το σούρσιμο της πένας στο χαρτί, όταν
καταγράφει τον προαιώνιο στεναγμό της ψυχής. Είναι αναποφάσιστος, οδοιπόρος
χωρίς πυξίδα, σε άγνωστο σταυροδρόμι χαμένος.
Μα, φίλε αναγνώστη, άνοιξε μια ανθολογία και μην ρωτήσεις ποιος τάχα είναι ο
καλός ο ποιητής που θα σε κατακτήσει και ποιος είναι ο ανάξιος λόγου, ο άδοξος.
Μελέτησε και θα δεις ότι υπάρχούν ποιητές που γράφουν στίχους εκπορνεύοντας τις
λέξεις. Κι είναι κι άλλοι, εκείνοι που καταθέτουν ολόγυμνη την πάλλουσα καρδιά
τους στο χαρτί.
Αν στην επαφή σου με τον στίχο νοιώσεις το κορμί σου ν’ ανατινάζεται σε μύριες
εκρήξεις και χίλια άστρα να φωτίζουν τον ουρανό, τότε, πότε σου μην ρωτήσεις αν
αυτός ο ποιητής είναι ελάσσων ή μείζων: Είναι γνήσιος! Μελέτησέ τον σε βάθος. Μη
χαθείς μέσα στην ασυναρτησία των ορισμών και στην σχολαστικότητα των καταλόγων.
Αυτά ενδιαφέρουν τους κριτικούς.
Το ερώτημα είναι απλό: Ποια είδη ελάσσονος ποίησης υπάρχουν και γιατί πρέπει να
τα διαβάζουμε.
Η απάντηση είναι το ίδιο απλή: Μελέτησε ποιητικές ανθολογίες γιατί εκεί θ’
ανακαλύψεις τους άγνωστους ποιητές που εσύ θα ‘θελες να γνωρίσεις, κι ας μην
έχουν χαράξει καινούργιους δρόμους στην ιστορία της λογοτεχνίας, γιατί εσένα σε
δονούν.
Η αγάπη για την ποίηση, αναγνώστη, φαντάζει ψεύτικη αν δεν καταφέρεις ν’
αποκτήσεις μια ή και περισσότερες ερωτικές σχέσεις με κάποιους στίχους που
γράφτηκαν από άδοξη γραφίδα.
Όσοι διαβάζουν κατά παραγγελία, επειδή οι ιστορικοί της ποίησης συμφωνούν πως
κάποιοι ποιητές είναι σημαντικοί, θυμίζουν φοιτητές ευσυνείδητους μ’ ελάχιστο
προσωπικό στοιχείο στις αξιολογήσεις τους.
Η ανθολογία, αναγνώστη, μπορεί να έχει και μιαν άλλη χρησιμότητα: Παρέχει τη
δυνατότητα της σύγκρισης. Μέσα σ’ ένα περιορισμένο χώρο, δίνει μια γενική εικόνα
της ποιητικής προόδου. Κι αν υπάρχουν πολλά που μπορείς να μάθεις διαβάζοντας
ολόκληρο το έργο ενός ποιητή, πόσα περισσότερα μπορείς ν’ αποκομίσεις
συγκρίνοντας τον με κάποιον άλλο. Να πηγαινοέρχεσαι ανάμεσα στις μπαλάντες και
στον λυρισμό, ανάμεσα στον φουτουρισμό και τον σουρεαλισμό, ανάμεσα στον
ρομαντισμό και τον συμβολισμό. Σημαίνει να μπορείς ν’ αντλείς συγκινησιακές
εμπειρίες καθώς και θέματα για στοχασμό που η εστίαση της προσοχής σ’ έναν
ποιητή αδυνατεί να δώσει. Όπως σ’ ένα καλοφροντισμένο δείπνο αυτό που χαίρεσαι
δεν είναι ο αριθμός των πιάτων, καθαυτός, αλλά ο συνδυασμός των γεύσεων.
Και εσύ, νέε κι άδοξε ποιητή, μη διστάσεις λιμάνια πολλά να χαρείς και να
γνωρίσεις, πριν φτάσεις στα σκαλοπάτια του εκδότη, το δικό σου, το πρώτο μικρό
βιβλίο, να σου τυπώσει.
Μια περιπέτεια, άκρως γοητευτική, είναι τα περιοδικά τα λογοτεχνικά. Όχι τα πολύ
γνωστά, με τους βαρύγδουπους τίτλους, και τα καλοσιδερωμένα εξώφυλλα, αλλά τα
μικρά, εκείνα που τα ξεκίνησαν αντάρτες ταξιδευτές για να κουβεντιάσουν με τη
ψυχή τους.
Αυτές οι μικρές κυψέλες ζούνε μακριά από το εμπόριο. Κυκλοφορούν τα τραγούδια
τους μόνο μεταξύ συνδρομητών. Η τύχη τους, αβέβαιη. Η εμφάνισή τους ακανόνιστη.
Η ζωή τους κρατάει τις πιο πολλές φορές, λίγο. Η συλλογική τους σπουδαιότητα
όμως είναι εντελώς δυσανάλογη με την αφάνεια, ενάντια στην οποία αγωνίζεσαι,
άδοξε ποιητή.
Αυτά τα περιοδικά δίνουν στους νέους ποιητές το πλεονέκτημα να δουν τη δουλειά
τους τυπωμένη, να τη συγκρίνουν με τη δουλειά άλλων άσημων, ή λίγο περισσότερο
γνωστών συγχρόνων τους. Να δεχτούν κριτική, να βρουν μια θέση για τον εαυτό τους
ανάμεσα σ’ άλλους ποιητές, και πάνω από όλα τους ποιητές τις δικής τους γενιάς.
Κι ύστερα, μια μικρή ομάδα νέων ποιητών, με ορισμένες συγγένειες ανάμεσά τους
μπορεί να βγάλουν μαζί ένα βιβλίο. Τέτοιες ομάδες δένονται συχνά αναμεταξύ τους.
Διατυπώνουν αρχές, κανόνες, διακηρύξεις, που κανείς δεν μένει πιστός σ’ αυτές,
μα η διαδρομή αυτή είναι πάντα γεμάτη γνώση και πείρα.
Τελικά η απόλαυση που προσφέρει η ποίηση βρίσκεται μέσα σε στίχους που γράφτηκαν
από ποιητές με διαφορετική ιδιοσυγκρασία, ηλικία, εποχή. Χαίρεσαι την ξεχωριστή
γεύση για κάθε ποίημα. Μα παράλληλα βλέπεις πως το καθένα έχει κάτι που λείπει
στο άλλα.
Κι ύστερα, φίλε, υπάρχουν στίχοι που μοιάζουν μ’ ακροδάκτυλα σαν θωπεύουν την
αρτηρία του λαιμού κι αγγίζουν του αίματος το ζωντανό περπάτημα. Αυτός ο ποιητής
έχει κάτι ξέχωρο να πει με τον δικό του τον διαφορετικό τρόπο. Κάτι ξεχωριστό
απ’ όσα μέχρι τώρα έχουν ειπωθεί. Αυτός γράφει γνήσια ποίηση.
Αν είναι μεγάλος ή όχι ας αφήσουμε την δικαιοσύνη του χρόνου ν’ αποφασίσει.
Πάντα υπάρχει ο κίνδυνος, αναγνώστη, να περιμένεις η σημερινή φήμη να στεφανώσει
τον ποιητή κι ύστερα εκ του ασφαλούς να τον διαβάσει. Όταν, όμως, η προηγούμενη
γενιά θα’ χει καθιερώσει τους ποιητές της, οι σύγχρονοι δεν θα διαβάζονται πια.
Ο κίνδυνος διπλός για σένα, φίλε μου, πως ποτέ δεν θα διαβάσεις κάτι ολότελα
φρέσκο, και πως ποτέ δεν θα ξαναγυρίσεις να διαβάσεις αυτό που πάντα μένει νέο.
Όταν γεύεσαι ποίηση καινούργια, κάποιου που τ’ όνομα δεν είναι ακόμη πλατιά
γνωστό, κάποιον, που οι κριτικοί δεν τον έχουν ακόμα εγκρίνει, εξασκείται ή
πρέπει να εξασκείται το προσωπικό σου γούστο. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο να
κρίνεις. Άφησε, αναγνώστη και συνένοχε, την ευαισθησία σου ν’ αντιδράσει
φυσιολογικά. Κι ύστερα ομορφιά είναι αυτή που κερδίζεται σιγά-σιγά . Μάχη εκ του
συστάδην. Σώμα με σώμα. Μα το κέρδος είναι η βαθιά κι απέραντη απόλαυση.
Κι εσύ, άδοξε ποιητή, μην κλαις που δεν συνάντησες ακόμα τον ήλιο. Σκούπισε το
δάκρυ σου. Τ’ άπειρα τα αστέρια του ουρανού προσμένουν την ξεκάθαρη ματιά σου να
τα αγκαλιάσει. Βιάσου! πριν η νύχτα φύγει.