Φ. Γ. ΛΟΡΚΑ

 

Ο ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ

ΤΗΣ ΦΑΡΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

 

Καθώς ο ήλιος  εγκατέλειπε τον ουρανό της Γρανάδας, οι τελευταίες αχτίδες του,  πύρινα ξίφη, διαπερνούσαν τους αυθάδεις πύργους του καθεδρικού ναού, το  Αλμπαϊσίν χόρευε φλαμένκο με παρτενέρ  τη μνήμη. Κάποιος γεροτσιγγάνος σιγομουρμούριζε στίχους αλλοτινών καιρών. Ένα τραγούδι του Λόρκα:

 

 

Το κατάλαβα πως με είχαν δολοφονήσει

Ερεύνησαν  τα καφενεία, τα νεκροταφεία

και τις εκκλησίες

Έψαξαν τα βαρέλια και τα ντουλάπια

Εσίλησαν τρεις σκελετούς για να τραβήξουν

τα χρυσά δόντια

Μα δεν με βρήκαν

Ποτέ δεν με βρήκαν;

Όχι ποτέ δεν με βρήκαν.

 

Ήταν ξημέρωμα στην Εστρεμαδούρα κι ο ποιητής μη μπορώντας να κοιμηθεί, έστησε καρτέρι στου ήλιου το ξεκίνημα. Απέναντι απ’ το σπίτι του βρισκότανε ένας εγκαταλειμμένος πύργος. Στην πρόσοψή του φάνταζαν δυο μισοκατεστραμένα αγάλματα. Ο ποιητής απολάμβανε το τοπίο, σκηνικό Σεξπηρικού έργου, όταν ένα αρνάκι ξεκομμένο απ΄ το κοπάδι  πέρασε κάτω απ’ το παράθυρό του. Τότε ξάφνου μεσ’ από του πύργου τα χαλάσματα ξεπρόβαλαν επτά κατάμαυρα γουρούνια.  Όρμησαν στο αρνάκι και το ξέσκισαν. Το καταβρόχθισαν χωρίς ν’ αφήσουν πίσω τους ίχνη απ’ αυτό το φριχτό δείπνο, που τελέσθηκε μέσα στα ερείπια του μάρμαρου και στο μοναχικό ξεκίνημα μιας καινούργιας μέρας.

Ο ποιητής κατέγραψε την τραγωδία του πρωινού θανάτου προφητεύοντας συνάμα και το δικό του τέλος.

Ο Φ. Γ. Λόρκα δολοφονήθηκε έξω από την Γρανάδα σε άδενδρο τόπο από άνυδρες ψυχές, χωρίς ποτέ να βρεθεί το σώμα του.

Έτσι τέλειωσε πρόωρα μια ζωή που ξεκίνησε στις 5 Ιουνίου του  1898 στο Φουέντε Βακέρος κοντά στη Γρανάδα.

 

Αυτό το χωριό ήταν περικυκλωμένο από μαύρες λεύκες που γελούσαν, τραγουδούσαν και χόρευαν σύμφωνα με του αγέρα το ρεπερτόριο.  Παλάτια πουλιών στα μυώδη μπράτσα των δένδρων, θερινή διαμονή των φτερωτών τροβαδούρων, κι οι αφροξυλιές και τα βατόμουρα προσφέρανε τα γλυκά  φρούτα του καλοκαιριού με τις αγκαθωτές πανοπλίες.

Πριν ο ταξιδιώτης συναντήσει τα πρώτα σπίτια του χωριού, η έντονη μυρωδιά από τον μάραθο κι από το σέλινο, που φιλιόντουσαν  προκλητικά με το νερό των ρυακιών, τον μεθούσε.

Τις φεγγαρόλουστες νύχτες, οι ανθισμένες τριανταφυλλιές αρωμάτιζαν τον αέρα και τότε… τότε τα κορίτσια αποζητούσαν να εισπνεύσουν αυτό το ελιξίριο της ζωής, ενώ οι άνδρες χαϊδεύανε τις ματωμένες χορδές  μιας κιθάρας.

Σ’ αυτό το χωριό έκανε ο ποιητής τα πρώτα του μακρινά όνειρα. Σ’ αυτό τον τόπο πρωτοείδε γη και λουλούδια. Εδώ σ’ αυτούς τους σκονισμένους δρόμους του Φουέντε Βακέρος, είδε τον κόσμο, τις συνήθειές  του. Άκουσε τα τραγούδια του, τα ποιήματά του, τους στεναγμούς του, ένοιωσε τις κακίες του, σαν να διάβαινε το μοναχικό μονοπάτι του δάσους, εκεί όπου καταχωνιάστηκαν οι χαμένες ιδέες της νιότης αφού πρώτα πέρασαν από την διελκυστίνδα της εφηβείας.

Σ’ αυτό το χωριό, παιδί ακόμη, έγραψε το πρώτο του ποίημα, όταν κατά την διάρκεια μιας σοβαρής ασθένειας, είδε το πρόσωπό του να παραμορφώνεται, ζήτησε χαρτί και μολύβι και παρομοίασε τον εαυτό  του «με τον χοντρό Σουλτάνο, Μουλέν Φαρίζ».

Από τότε κυλάει το ποτάμι της δημιουργίας χωρίς σταματημό:  Πότε φωτεινό και καθάριο σαν πρόσωπο παιδικό. Άλλοτε πάλι, ορμητικό σαν το φως που ξεπροβοδίζει τη ματιά με διαφορετικό πάντα ρούχο όπως η φύση.

Τρυφερός, σαν το κοχύλι του γιαλού, ορμητικός σαν τον καλπασμό της λευτεριάς, μαγικός σαν το θυμωμένο δέντρο, άντρας της μοναξιάς,  σκοτεινός, σαν φαρδύ ποτάμι που κυλάει μέσα του.  Αίματα κι αναμνήσεις, πόνοι και χτύποι άλλων καρδιών που χύθηκαν μες τη δική του κοίτη σαν τα νερά του ποταμού.

 

«Τι σε πονάει γιε μου;

Με πονούν η γη και οι άνθρωποι,

η σάρκα κι η ανθρώπινη ψυχή,

η δική μου και των άλλων

που είναι ένα μαζί μου».

 

Ο Λόρκα της ποίησης και του τραγουδιού. Ο Λόρκα του θεάτρου και της απαγγελίας. Ο Λόρκα του δοκίμιου και της παράδοσης. Ο Λόρκα ο εξορκιστής των ίσκιων. Μα πάνω από όλα ο τραγουδιστής του έρωτα στον θάνατο, ο τραγουδιστής της φάρσας του θανάτου.

«Ο έρωτας κι ο θάνατος χορεύουν έναν άγριο χορό ο ένας απέναντι στον άλλον, ο μασκοφορεμένος  γυμνός θάνατος, ο μασκοφορεμένος γυμνός έρωτας»,  έγραφε ο Π. Νερούδα για τους στίχους του Λόρκα.

Ο χορός αυτός του προαιώνιου ποιητικού ζευγαριού είναι επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο έργο του Ανδαλουσιανού ποιητή. 

 

 

Κόρδοβα

Αλαργινή και μόνη

Μαύρο άτι, φεγγάρι μεγάλο

Κι ελιές στο δισάκι.

Αν και κατέχω τις στράτες

πότε δεν θα φθάσω στην Κόρδοβα.

 

Πάνω απ΄ τον κάμπο μες απ΄ τον άνεμο

Μαύρο άτι, κόκκινο φεγγάρι,

ο θάνατος με σημαδεύει

πάνω από πύργους της Κόρδοβας

 

Αχ ο δρόμος, πόσο μακρινός

Αχ πόσο γενναίο τ’ αλογάκι μου

Αχ ο θάνατος με καρτερά

πριν φθάσω καν στην Κόρδοβα

Κόρδοβα

μακρινή και μόνη.

 

Ο θάνατος, ο καθημερινός, ο ξεκάθαρα ισπανικός θάνατος ξεπροβάλλει μες από το τραγούδι του Λόρκα. Μάχη και παράλληλα ειδύλλιο με το θάνατο. Το όμορφο ποτάμι της γης εκβάλλει στο δέλτα του θανάτου. Ομορφιά και θάνατος, ζευγάρι ερωτικό. Το πάθος βοηθάει να ρουφήξεις τις στιγμές πριν αυτές παραδοθούν στο ασύνειδο.

 

Γκουανταλκιβίρ πύργος αψηλός

και άνεμος μες τις πορτοκαλιές

Ντάουρο και Γκενίζ καστρόπυργα

Πάνω απ’ τους βάλτους….

 

Ο ποιητής στάθηκε κατάντικρυ στο θάνατο. Τον κοίταξε στο σκοτεινό του πρόσωπο με ερωτική ματιά που μόνο η Ανδαλουσιανή γη γεννά. Τον είδε σαν μοίρα αναπότρεπτη και βάφτισε αυτή τη μοιραία συνάντηση duende. Duende  είναι η κρυφή έννοια των πραγμάτων. Το μεσουράνημα του ήλιου. Το ξεκίνημα της νύχτας. Η περίπτυξη με την πανώρια ομορφιά τη στιγμή της γέννησης, τη στιγμή του τέλους. Η διονυσιακή απειλή του θανάτου που μεθάει την ανθρώπινη ψυχή και την καθιστά άτρωτη. Κάποιες ελάχιστες αλλά μοναδικές στιγμές της ζωής, όπως στις αρχαίες τραγωδίες.

Η αντιμετώπιση του θανάτου χωρίς ψευδαισθήσεις και στολίδια περιττά

έμελλε ν’ αποτελέσει την μήτρα που γέννησε το σημαντικότερο ίσως ποιητικό έργο του Λόρκα: «Ο θρήνος  για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας».

Ο Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας άνδρας γενναίος μα συγχρόνως τρυφερός Σεβιλιάνος ποιητής ζει σε ώριμη ηλικία πια μακριά από τους κινδύνους της αρένας. Τώρα τις νύχτες του συντροφεύουν οι περασμένες σελίδες, περιγραφές από αλλοτινές μονομαχίες με το θάνατο.

Μα ξάφνου φούντωσε μέσα του το duende. Η ανεξήγητη παρόρμηση, η ακατανίκητη επιθυμία αντιπαράθεσης με το θάνατο. Ξαναγύρισε στην αρένα, στάθηκε απέναντι στον παλιό του φίλο, τον ταύρο. Διασταύρωσαν τις ματιές τους όπως μόνο αυτοί ξέρουν και κίνησαν για το ραντεβού με το θάνατο. «Τυχερός» ο ταυρομάχος  και ο φίλος του, ο Λόρκα,  είδε μες από τη ζωή και απ’ το θάνατο του Ιγνάθιο, αυτά που ήθελε η ποίησή του να εκφράσει.

Ο Λόρκα συναντιέται και αναμετριέται με την αντικειμενική πραγματικότητα του θανάτου. Γράφει «Το Θρήνο για τον Ιγνάθιο», ένα πραγματικά μεγάλο ποίημα  όπου ο ποιητής πηγαίνει να συναντήσει το θάνατο ολόγυμνο, μεγαλόπρεπο  και ακατανόητο.                                    

Το πρώτο μέρος,  «Το χτύπημα και ο θάνατος»,  κυριαρχείται  απ’ την ανελέητη υπενθύμιση του γκονγκ που επαναλαμβάνεται τριάντα φορές. Σφυριές που χαράσσουν στα τοιχώματα της μνήμης τη μοναδική στιγμή της αλήθειας, όταν ο θάνατος πλησιάζει τον Ιγνάθιο μες τη σιγαλιά  της μοναξιάς, σφυριές που ορίζουν  τη στιγμή του ανείπωτου.

 

Πέντε η ώρα που βραδιάζει

Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει

Φέρνει  ένα αγόρι το νεκροσέντονο

Πέντε η ώρα που βραδιάζει

 

 

Η ματιά του Λόρκα σκάβει μέχρι τα βάθη του είναι, ανθρακωρύχος της ψυχής. Μάταια  προσπαθεί  να φτάσει όσο περισσότερο γίνεται πιο βαθιά, εκεί που η μοναξιά του ετοιμοθάνατου στέκεται αντιμέτωπη με την αλήθεια του θανάτου. Όλα τ’ άλλα ξάφνου φαντάζουν ψεύτικα και μόνο ο θάνατος, τροπαιοφόρος, θα κυριαρχήσει παίρνοντας  μαζί του όλα τα μυστικά.

 

Η κάμαρα ιριδίζει από αγωνία

πέντε  η ώρα που βραδιάζει.

Από μακριά σιμώνει κιόλα η σήψη

πέντε η ώρα που βραδιάζει…

 

  Τη στιγμή αυτή χαράσσεται η συνοριακή γραμμή ανάμεσα στο παρελθόν  και το μέλλον. Πριν από λίγο ο Ιγνάθιο υπήρχε. Τώρα πια δεν υπήρχε τίποτα. Το ταξίδι  γι’ αυτόν τέλειωσε. Το πλοίο έφτασε ήδη στην άκρη της Χερσονήσου. Στην ρωγμή που διαχωρίζει τη ζωή απ’ το θάνατο.

Το τελευταίο σμίξιμο, έστω νοερά, επιχειρεί ο Λόρκα με τη ζωή που μόλις πέρασε στο ασύνειδο, το ύστατο χάδι, πριν η πραγματικότητα του τέλους κλείσει ερμητικά τις πύλες.

Μπροστά στο αχνιστό αίμα ο ποιητής με μια κραυγή που διατρέχει όλο το δεύτερο μέρος του θρήνου (Σκόρπιο Αίμα) προσπαθεί απελπισμένα ν’ αποτρέψει το βλέμμα του από το αιμάσσον σώμα:

 

Δε θέλω να το βλέπω!

Η  θύμησή μου καίγεται!

Μηνύστε το στα γιασεμιά

με την αέρινη  ασπράδα….

 

 

Κι ο Λόρκα βγάζει, μεσ’ απ’ τα σπλάχνα του κόσμου, τον βαρύγνωμο  στεναγμό του θρήνου. Κι ενώ  το αίμα του Ιγνάθιο αναζητά μάταια την ζωντανή μορφή του, ο ποιητής, ψάλλει την ελεγεία της ζωής. Λέξεις που πηγάζουν απ’ την καρδιά του κι απ’ την καρδιά του λαού.

 

Δεν είχεν άρχοντα η Σεβίλια

μπροστά  του για να παραβγεί

ούτε σπαθί σαν το σπαθί του

ούτε καρδιά να’ ν’ τόσο αληθινή.

………………..

Τι ταυρομάχος στην αρένα!

Τι βράχος πάνω στα βουνά!

Τι απαλός με τα’ άγρια στάχυα!

Τι δυνατός με τα σπιρούνια!

Τι τρυφερός με τη δροσιά!

Τι λαμπερός στα πανηγύρια!

Τι  τρομερός με τις στέρνες

του σκοταδιού τις μπαντερίλιες

 

 

Μέσα σε παραλήρημα ψάλλει την αστραπή που διαπερνά τη ζωή του ταυρομάχου, μα πάνω απ’ όλα το δαίμονα, το duende, που διαφεντεύει το είναι του Ιγνάθιο. Καλότυχος όποιος βίωσε τέτοιες  στιγμές.  Όμως τώρα το αίμα αναβλύζει ασταμάτητα απ’ το κορμί του Ιγνάθιο κι η κραυγή του ποιητή σείει συθέμελα τα ουράνια:

 

Όχι!

Δε θέλω να το βλέπω….

 

 

Μα το αίμα έχει πια χυθεί. Το σώμα του έχει παγώσει. Νεκρή ύλη. Άψυχο πράγμα σαν πέτρα.- «Σώμα  στην Πέτρα» είναι το τρίτο μέρος του θρήνου.

Εδώ ο ποιητής στρέφεται στην πέτρα που μένει άθικτη απ’ του χρόνου το πέρασμα. Η πέτρα ξερνά το αίμα, το νερό και τον ιδρώτα: είναι νεκρή!

Δεν τραγουδάει, δεν κλαίει, μόνο ένα κενό είναι κι απέραντη η σιγαλιά  που περικλείνει:

 

Μα ήχο κανένα δε γεννάει και κρύσταλλα και  φλόγες

παρά μονάχα  ατέλειωτες αρένες δίχως τοίχους.

 

Μα το σώμα του Ιγνάθιο δεν είναι πέτρα, υπάγεται στην κυριαρχία του χρόνου. Η πέτρα κι αυτόν θα τον ξεράσει. Η βροχή θα κατατρώγει τη μορφή του. Ο Ιγνάθιο δεν υπάρχει πια. Εξαφανίζεται και μαζί του κι η τελευταία ψευδαίσθηση ζωής. Κανένα ανθρώπινο ον δεν  διαρκεί αιώνια. Κανείς δεν είναι πάνω απ΄ το χρόνο. Ο ποιητής υποκλίνεται μπρος στην παντοδυναμία του θανάτου αποχαιρετώντας το φίλο του με άφατη τρυφερότητα:

 

Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντίλια

για να του γίνει θάνατος πικρός σταυραδερφός του.

Πήγαινε, Ιγνάθιο. Μην  ακούς την πυρωμένη ανάσα.

Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει…

 

Κι έτσι κάποια μέρα κανείς δεν θα θυμάται τον  Ιγνάθιο, ούτε ποιος ήτανε, ούτε καν το όνομά του, γιατί αυτός έχει οριστικά πεθάνει, γιατί είναι πια νεκρός!

Μετά το θάνατο στο σώμα, θα επακολουθήσει ο θάνατος της μνήμης. Ο ανελέητος νόμος της ζωής: Κανείς δεν θα σε ξέρει σαν να μην είχες ποτέ υπάρξει. Ο Ήλιος αδιάφορος θα ρίχνει τη ματιά του κάθε πρωί στα λιόδεντρα της Ισπανικής γης. Μα, υπάρχει ο ποιητής!    Θα τραγουδήσει τις θύμισες. Θα βροντοφωνάξει στον κόσμο ποιος ήτανε ο Ιγνάθιο. Θα υμνήσει την  ευγενική θωριά του,  την Ανδαλουσιάνικη θλίψη του και την λεβέντικη χαρά του. Και το τραγούδι θ’ ακούγεται για χρόνια πολλά μέχρι να σταματήσουν οι χορδές της κιθάρας να πάλλονται. Όμως καιρός πολύς θα περάσει ώσπου να γεννηθεί άντρας που μπορεί να συγκριθεί με την μορφή του Ιγνάθιο. Κι ο Λόρκα συμφιλιώνεται με τη μοίρα των θνητών, και  αναφωνεί «Μα εγώ σε τραγουδώ»:

 

Την αρχοντιά σου τραγουδώ με λόγια που στενάζουν

κι  εν’ αεράκι όπου ‘κλαιγε στα λιόδεντρα θυμάμαι.

 

Ο Λόρκα συμφιλιώνεται με τη μοίρα του, με την ανικανοποίητη ζωή του και με το θάνατο που τη συνοδεύει. και  κηρύσσει την αιώνια διάρκεια στο λόγο, στο πνεύμα. Οι λέξεις ξεπερνάνε τα όρια του χρόνου. Οι λέξεις μόνο έχουν την ικανότητα να περιγράφουν τι είναι πραγματικότητα και τι όχι. Στις λέξεις ακουμπάει ο χρόνος και ο θάνατος.  Ο Φεντερίκο έχει περάσει στη διάσταση του διηνεκούς, που του άνοιξε με την παρουσία της η πραγματικότητα του θανάτου. Και σ’ αυτή τη διάσταση αποκτούν αξία και έννοια η ζωή και η δημιουργία του, σ’ αυτήν αναπαύεται ο Λόρκα.

Η  ματιά σκαρφαλωμένη στον πύργο της Βέλλα απολαμβάνει τα χρώματα και τα σχήματα της Γραναδινής γης καθώς, περικυκλωμένος από βουνίσιες Βίγλες, φαντάζει κήπος εξωτικός.

Αφού, πρώτα, χαρεί τ’ αμέτρητα  ρυάκια που δροσίζουν την πολιτεία και τις λοφοπλαγιές θα νοιώσει, ύστερα, πίκρα απέραντη, καθώς θωπεύει τα στριμωγμένα σπιτάκια του Αλμπαϊσίν με τις περήφανες κοκκινοπράσινες κατηφοριές της Αλάμπρα και τον Γεντραλιφτ. Και μετά, θα νοιώσει έκπληξη καθώς το μάτι πέρα απ’ το Αλμπαϊσίν, θα συναντά την κοφτερή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη βλάστηση και στην ξεραΐλα. Εκεί που υψώνεται η Σιέρρα ντε Αλφακαίρ, στα ριζά του βουνού, πάνω στη γραμμή που ξεχωρίζει το πράσινο απ’ το γκρίζο, βρίσκεται το σημείο που τουφεκίστηκε ο Λόρκα.

Δυο χωριά, το Αλφακάρ και το Βιθνάρ, κουρνιάζουν χαμηλά στις πλαγιές του βουνού. Οι φονιάδες του ποιητή αφαίρεσαν  τη ζωή του στον δρόμο που συνδέει τα δυο χωριά, κοντά στην τοποθεσία της ιστορικής πηγής Φουέντε Γκράντε. Ήταν τότε 19 Αυγούστου 1936, δυο χρόνια μετά τον θρήνο του Ιγνάθιο.

Από τότε πέρασαν χρόνια πολλά κι οι ποιητές δεν έπαψαν να σφαγιάζονται

Στα δημόσια και στα ιδιωτικά σφαγεία. Μα πάντα κάποιος τροβαδούρος θα παίζει στην κιθάρα του:

 

Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω.

Γι’ αυτούς που θα’ ρθουν τραγουδώ τη χάρη κι ομορφιά σου.

Τη μεστωμένη γνώση σου, του νου τη φρονιμάδα.

Τη δίψα σου για θάνατο, τη γέψη των χειλιών σου.

Τη θλίψη που είχε μέσα της η γελαστή χαρά σου.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

 

«Ο θάνατος του Λόρκα» του Ian Gibson

«O  Λόρκα και οι ρίζες» Τάσος Λιγνάδης»

«Garcia Lorca. Poeta de la intensidad ». Editorial Gredes, 1976, μετάφραση στα Ελληνικά: Ρόζα Σαρρή.