Ο ΝΤΕΛΗ- ΠΑΠΑΣ

’Κούγω τον άνεμο κι αχάει (μωρέ παπά, ντελή- παπά),
τον ’κούγω και μαλώνει (μωρέ παπά λεβέντη)
με τα βουνά εμάλωνε με τάϊ βουνά μαλώνει.
Εσείς βουνά του Γρεβενού και δέντρα του Μετσόβου,
εσείς καλά τον ξέρετε αυτόν τον Παπαγιώργη,
που ήταν μικρός στα γράμματα, μικρός στα πινακίδια
και τώρα στα γεράματα σηκώθ’κε πρώτος κλέφτης.
Όλα τα κάστρα πάτησε κι όλα τα μοναστήρια,
το μοναστήρι στους Αγιούς δεν μπόρ’ να ντο πατήση.
Τρογύρω γύρω το ήφερνε και σκάλα δεν του βρίσκει.
Τον ’γούμενον - εφώναξε, τον ’γούμενο φωνάζει.
«Κατέβα κάτω, ’γουμεν να με ξεμολογήσης,
γιατί έχω κάμει κρίματα κ’ είμαι κριματισμένος
έχω σκοτώσει έναν παπά εκεί που λειτουργούσε».

Το όμορφο και πλαστικό τραγούδι του Ντελή- Παπά επιχωριάζει κυρίως στην Ήπειρο, Μακεδονία και Θεσσαλία. Διαδίδεται όμως και στη Ρούμελη και λιγότερο σε άλλα μέρη της χώρας. Αριθμεί ακριβώς δυο αιώνες ζωής. (Παρέλκει η απάντηση σε σύγχρονους τραγουδιστές ότι το έπλασαν αυτοί). Η παραλλαγή του τραγουδιού που δημοσιεύεται είναι από το Αργυρόκαστρο της Βορείου Ηπείρου 1. Παραλλαγές του τραγουδιού υπάρχουν πάρα πολλές και έχουν κατά καιρούς δημοσιευθεί 2.

Ήρωας του τραγουδιού κάποιος παπα- Γιώργης (σε άλλες παραλλαγές κάποιος παπα- Θύμιος ή παπα- Γιωργάκης ή γιος του παπα-Γιώργη κ.ο.κ). Η σύγχυση, βέβαια, με τον παπα-Θύμιο έγινε, επειδή ο διάσημος ιερέας και αρματολός Θύμιος Βλαχάβας ήταν σύγχρονος του παπά-Γιώργη, ιδιαίτερα αγαπητός στο λαό και το όνομά του έγινε θρύλος μετά την εκτέλεση του από τον Αλή- Πασά (1808). Ποιος, όμως, ήταν ο παπα-Γιώργης, γιατί βγήκε κλέφτης στα βουνά και γιατί η εχθρότητά του με τη Μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων, δεν είναι γνωστό. Ο Αραβαντινός αναφέρει ότι «…. Υπήρξεν εις εκ των αιμοχαρών και ανοσίων ληστάρχων» της εποχής του Αλή- Πασά γύρω στα 1803.

Στην παραλλαγή του τραγουδιού, που δημοσιεύει ο ίδιος από την Ήπειρο, αιτία είναι η έλλειψη παρθενίας της γυναίκας που παντρεύτηκε και η συνακόλουθη δολοφονία της:

«…. Κι από μικρός παντρεύτηκε, μικρή γυναίκα πήρε,
γιατί είχε να γενή παπάς, να γένη κ’ οικονόμος.
Το βράδαυν όπου πλάγιασε, την ηύρε φιλημένη
κ η μάννα της την εύρηκε στο στρώμα λιανισμένη
και τότ’ εβγήκε αρματωλός και τότε βγήκε κλέφτης…»


Σημειώνουμε εδώ ότι τέτοιες αναφορές έχουμε σε Μεσαιωνικά τραγούδια, Ακριτικά, αλλά και των ύστερων χρόνων:

«Μικρός Γιώργης παντρεύεται, μικρή γυναίκα παίρνει.
Πρώτο βράδυ, που πλάγιασε τη βρήκε φιλημένη..»

Συνήθως η γυναίκα απολογείται και υποστηρίζει ότι ο πνευματικός τής πήρε την τιμή της και στη συνέχεια ο άνδρας σκοτώνει την γυναίκα ή τον πνευματικό ή και τους δυο. Ίσως ο ποιητής λαός να θεώρησε ένα τέτοιο γεγονός αιτία της εξόδου του παπα - Γιώργη στην «Κλεψιά» και της εχθρότητάς του με τη Μονή.


Ο στίχος «που ήταν μικρός στα γράμματα, μικρός στα πινακίδια» προφανώς έχει παρθεί από τραγούδια που εξέφραζαν ευχή στο γιο του σπιτιού να μάθει γράμματα:

«Παιδί μου, που ’ ν’ τα γράμματα, που ’ναι τα πινακίδια;».
«Έχεις και γιον στα γράμματα και γιον και στο κοντύλι» κ.ά.

Το μοναστήρι που θέλησε να πατήσει ο παπά- Γιώργης είναι η μονή Βαρλαάμ στα Μετεώρα. «Σταγός» και «Αγιοί» είναι η Καλαμπάκα (εις τους Αγιούς= Σταγούς) 3. Σε άλλες παραλλαγές του τραγουδιού έχουμε εντοπισμό του επεισοδία στα γνωστά μοναστήρια του κάθε τόπου (Βαρλάμη, Προυσσού, Σταυρού κ.τ.τ).




Έτσι:

1. Pass. Και του Βαρλάμη το καστρί δε μπόρειε να πατήσει.
2. (Λαογρ. Α). Toυ Βαρλαάμου το κελλί δε μπόρ’ α το πατήσει,
πουχε τη πέτρα ριζιμιά, πετροθεοχτισμένο.
3. (Τζιάτζιος και ΖΑ αρ. 328) μόνον: «Του Βαρλάμη το κελλί κλ».
4. (Κριάρης) Μα στου γουμένου το κελί δεν ειμπορεί νανέβει,
γιατί ήτον μαρμαρόχτιστο και σιδεροδεμένο.
5. (Αραβ.) Το μοναστήρ απ’το Σταγό θέλησε να πατήση,
πούταν χτισμένο στην κορφή σ΄ένα ψηλό λιθάρι.
6. (ΖΑ. αρ. 334) Το μοναστήρι στους αγιούς… (Στους Αγιούς).
7. (Σπανδ. Αρ. 25) το μοναστήρι στον Μπρουσό δεν μπόργιε ν’ το πατήσει Σαράντα 4 γύρους τουήφερε νούλο με τα τραγούδια,
κι απάνω στους σαρανταδυό στέκεται το τηράει:

Ως προς το τέλος του τραγουδιού και την επίτευξη του σκοπού του παπά – Γιώργη έχουμε διαφορές στις παραλλαγές. Σε όλες σημειώνεται η προσπάθεια να πεισθεί ο ηγούμενος ν’ ανοίξει το μοναστήρι, με δόλο ή τέχνασμα. Σε κάποιες παραλλαγές δεν αναφέρεται το αποτέλεσμα, σε άλλες ο ηγούμενος δεν πείθεται:

«Κατέβα κάτω, γούμενε, να μας ξεμολοήσεις!
- Εσείς γράμματα ξέρετε, ξεμολοηθείτ’ ατοί σας!»

Σε άλλες ξεγελιέται και σκοτώνεται:

«Κατέβα κάτου, γούμενε να μας ξεμολογήσης,
τι έχομε έναν άρρωστο, να τόνε μεταλάβης
τον γέλασε, τον πλάνεσε και κάτου εκατέβη
και το σπαθί του έβγαλε, του κόβει το κεφάλι…»


κι αλλού:

«Γελάσκε διάκος κι άνοιξε, τον πήραν τον κεφάλι
στο μανδηλάκι τ’ τώδεσε στο μύλο το παγαίνει.
-Νάλισε μύλο μ’ νάλισε του διάκου το κεφάλι
βγάλε τ’ αλεύρι κόκκινο και το πασπάλ’ μελάνι
νάρθονται νιες να παίρνουν κνα κι οι γραμματικοί μελάνι…»


Σε άλλες, τέλος, παραλλαγές ο ηγούμενος ξεγελιέται και συλλαμβάνεται αιχμάλωτος:

«Κατέβα κάτου, ’γούμενε, να με ξεμολογήσης,
γιατί θ’ αφήσω την κλεψιά καλόγερος να γένω.
Ο ’γουμενος το πίστεψε κ’ ευθύς όπου κατέβη,
πισθάγκωνα τον έδεσαν και σκλάβο τον επήραν
να τον ξεμολογήσουνε ς’ τους λόγκους και ταις ράχαις».

Το τραγούδι αυτό, όπως και τόσα άλλα του ποιητή και δημιουργού λαού, που τα έπλασε υπακούοντας στην παρόρμηση της καρδιάς του, κατόρθωσε να μεταβάλει ένα ασήμαντο συμβάν ή επεισόδιο κάποιας χρονικής στιγμής, σε σημαντικό, να το σωματώσει σε μορφή άρτια, να το εξυψώσει, να το εξωραϊσει και να το σώσει από τη φθορά του χρόνου, μεταβιβαζόμενο από γενιά σε γενιά.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ :


1. Βλ. Ακαδημίας Αθηνών: Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Εκλογή, Αθήνα 1962, σελ. 219-220.
2. Βλ. Ειρήνης Σπανδωνίδη, σελ. 16 , 253-258, Pass. σελ. 88-110, Ζαμπ. σελ. 677,101, Ελλην. 1911, σελ. 510, 46, Τζιατζ. σελ. 16,40, Λαογρ. Α’ , σελ. 589 Ζ΄ Ζ.Α. Α’, σελ. 172, 328 και σελ. 173, 374, Γιαν. σελ. 137, 136, Κριάρης, σελ. 200, Haxt, σελ.114,14, Λαογρ. ΙΑ, σελ. 196, 7, Αραβαντ. σελ. 53,62, «Θρακικά»Β’, σελ. 402, 6.
3. Βλ. περί της ετυμολογίας του ονόματος «Σταγοί», Π. Γρίσπου, Η τοπωνυμία «Σταγοί, Μαργαριτίου», περιοδ. Ηπειρωτική Εστία, έτος Θ’, τεύχ. 101, 1960, σελ. 732-733.
4. Βλ. για τη μαγική γοητεία του αριθμού σαράντα Ειρήνης Σπανδωνίδη: Τραγούδια της Αγόριανης (Παρνασσού), Εκδ. «Πυρσός», Αθήνα 1939, σελ. 257-258. (Σαράντα χρόνια έκανα στους κλέφτες καπετάνιος, σαράντα μέρες κάναμε στις σκάλες ν’ανεβούμε, σαράντα παλικάρια από τη Λειβαδιά, σαράντα μέρες λάλαγε κ.τ.τ.).